Κυριακή, 9 Αυγούστου 2020

Κάτι… σαν μαθητικό «συναξάρι»

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Ετούτες τις μέρες, σε πανέμορφη παραλία τού νησιού μας, ναι σε παραλία (!) διαβάζω ξανά το Ημερολόγιο (1973-1983) του +πατρός Αλέξανδρου Σμέμαν, στη νέα έκδοσή του, η οποία έγινε τον Οκτώβριο του 2018, έκδοση φροντισμένη από τις εκδόσεις Ακρίτας, σε μετάφραση Ιωσήφ Ροϊλίδη και με επιμέλεια του Βασίλη Αργυράδη. Την προηγούμενη έκδοση του 2002, πριν λίγα χρόνια την είχα δώσει για να τη διαβάσει ένας μαθητής μου, ύστερα από μια συζήτηση στη σχολική τάξη για την Εκκλησία, η οποία με κάποιες μικρές παύσεις, κράτησε δύο περίπου μήνες (Χριστούγεννα 2015 – Φεβρουάριος 2016). Δεν του ζήτησα ποτέ να μου επιστρέψει το βιβλίο, του το χάρισα, ως ένα μικρό έπαθλο, για την επιμονή του τότε που ήταν μαθητής, να αναζητά την Εκκλησία όχι ως θεσμική δομή αλλά ως ζωή. Τύχη αγαθή, μάς έφερε και τους δυό να ξανασυναντηθούμε όχι στο σχολείο φυσικά, αλλά στην παραπάνω πανέμορφη παραλία, όπου ο παλαιός καλός μαθητής μου με είδε να διαβάζω το Ημερολόγιο του +π. Σμέμαν. Σήμερα τελειόφοιτος πανεπιστημιακής σχολής θετικών επιστημών, όταν είδε το βιβλίο που διάβαζα θυμήθηκε τις παλαιές καλές ημέρες στο σχολείο. Τον ρώτησα αν κάτι του έμεινε από κείνες τις συζητήσεις μας στη σχολική τάξη. Κι ευθέως μου απάντησε: «στον Σμέμαν, κύριε, κατάλαβα το πραγματικό νόημα της Εκκλησίας». Τέτοιες απαντήσεις και, κυρίως, τέτοιες στάσεις ζωής νομίζω, πως, ιδιαίτερα σήμερα για τους νέους γεννούν την ελπίδα ότι, η Εκκλησία, όταν την αγαπάς και την πονάς, είναι Εκκλησία για όλους τους ανθρώπους, αδιάφορο αν αυτοί έχουν την αυτάρκεια του άθεου, του αγνωστικιστή, του αδιάφορου για τη θρησκεία ή του πιστού, ακόμη και του ευσεβιστή τής «επικρατούσας θρησκείας». 

Όταν η Εκκλησία εκλαμβάνεται ως θρησκεία γίνεται σέκτα και δεν αντιστέκεται στις προκλήσεις των καιρών. Γι' αυτό και οι περισσότεροι χριστιανοί αδυνατούν να δουν Εκκλησία και Ζωή ως μια ενιαία πραγματικότητα. Καταπώς γράφει κι ο μακαριστός Αλέξανδρος Σμέμαν την Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου, 1973 στο Ημερολόγιό του: «Η “θρησκεία” είναι ό,τι καλύτερο και ό,τι χειρότερο κατέχει ο άνθρωπος. Όχι μόνο ό,τι καλύτερο, αλλά και ό,τι χειρότερο: το ψεύδος τής θρησκευτικότητας, η μικρότητα κάποιων “πιστών”, η σκυθρωπή, ατάλαντη σοβαρότητά τους. Είναι αυτό όντως δυνατό αν κάποιος πιστεύει στον Θεό; Στο Αιώνιο και στο Ουσιώδες; “Τα πάντα βρίσκονται αλλού” (Julien Green: “Tour est ailleurs”)», (σ. 18).  

Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2020

Εκπαίδευση και Αξιοκρατία

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Για ένα χρόνο στις Διευθύνσεις Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης θα επιλεγούν υπηρεσιακοί Διευθυντές. Εχθές ανακοινώθηκε το Συμβούλιο που θα τους κρίνει και θα τους επιλέξει. Πρόεδρός του είναι ο Παναγιώτης Πανταζάκος, Καθηγητής Φιλοσοφίας στη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ, με διδασκόμενο γνωστικό αντικείμενο την Ηθική. Στο πλούσιο συγγραφικό έργο τού Ελλογιμωτάτου Καθηγητή συγκαταλέγονται δύο βιβλία. Για όποιον αγαπά την Ηθική και τη Φιλοσοφία εν γένει, καλό είναι να τα διαβάσει: το πρώτο - ογκωδέστατο (πάνω από 500 σελίδες) - έχει τίτλο Ηθική και Μεταηθική και το δεύτερο, Περί Καθήκοντος. Δοκίμια Σύγχρονης Συστηματικής Ηθικής Φιλοσοφίας· και τα δύο κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καρδαμίτσα.

Στα Διαδικτυακές ειδήσεις πολλοί είναι εκείνοι που καλούν τον Δάσκαλο Παναγιώτη Πανταζάκο να εφαρμόσει αυτά που διδάσκει στους φοιτητές του: τη στηλίτευση έλλειψης ηθικής. Έχω τη γνώμη ότι γι’ αυτό ουδείς πρέπει να αμφιβάλλει. Για έναν Δάσκαλο θα ήταν παράδοξο να μην εφαρμόζει αυτά που διδάσκει και, μάλιστα, έναν Δάσκαλο Φιλοσοφίας. Αλλού οφείλουμε να αναζητήσουμε τη λύση τού χρόνιου προβλήματος: την επιλογή για τέτοιες θέσεις μετριοτήτωντων κοινώς χαρακτηριζόμενων κομματάνθρωπων, και όχι των αρίστων. Τουλάχιστον όσοι διακονούμε την εκπαίδευση ευχόμαστε να επιλεγούν άξιοι Διευθυντές Εκπαίδευσης, με αξιοκρατικά κριτήρια. Ας πρυτανεύσει κάποτε σ’ αυτόν τον τόπο το κριτήριο της αξιοκρατίας. Είναι από τα desiderata στο χώρο τής εκπαίδευσης.

Όμως, παρά τις ευχές που προφανώς πολλοί κάνουμε, δυστυχώς, η πραγματικότητα φοβάμαι ότι θα είναι θολή. Το αίτημα για αξιοκρατία θα θαφτεί κάτω από το τραπέζι, και για ακόμη μια φορά το θεμελιώδες ζήτημα τι στελέχη εκπαίδευσης θέλουμε, θα αντανακλά την περιβάλλουσα κουλτούρα, η οποία με αριστοτεχνικό ύφος καταγράφεται ευθύς αμέσως: «Το να σε κάνουν αρχηγό με το ζόρι, χωρίς να σε ξέρουν, είναι άγνοια που σημαίνει θα μάθεις να διοικείς στου κασίδη το κεφάλι και αυτοί ας υποστούν τη μοίρα τους. Το να σε κάνουν αρχηγό σπρώχνοντας, ξέροντας με ποιόν έχουν να κάνουν σημαίνει αυξημένο αίσθημα ευθύνης εκ μέρους τους και ότι βρέξει ας κατεβάσει· που σημαίνει εκ μέρους σου, ότι έχεις το δικαίωμα να τους αλλάξεις τον αδόξαστο, μπορείς και να πετύχεις πύρρεια νίκη. Το να σε κάνουν αρχηγό επειδή ήρθε η σειρά σου σημαίνει no fucking choice· στην ανοβρία καλό είναι και το χαλάζι· προσπάθησε να διαψεύσεις κάθε προκατειλημμένη αντίληψη για τον εαυτό σου· μπορεί να αποδειχθείς, ο ηγέτης. Το να σε κάνουν αρχηγό επειδή το αξίζεις αλλά και το ήθελες σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αιτιολογίες για αποτυχίες, πρέπει να σε φάνε». ΣΑΒΒΑΣ ΤΣΙΛΕΝΗΣ. (2002). «Πατρικός μονόλογος ή δεκαπέντε συμβουλές προς ναυτιλλόμενους», στο: Η Κινστέρνα, τχ. 1ο & 2ο (Δεκέμβριος), σσ. 119-120.

Μακάρι οι παραπάνω αράδες να διαψευστούν. Όμως, όσοι διακονούμε την εκπαίδευση αξίζει συχνά να προβληματιζόμαστε όχι μόνο βάσει των παραπάνω συμβουλών προς ναυτιλλόμενους αλλά και με βάση τα δύο παρακάτω ερωτήματα του Πλάτωνα: «Οίσθ’ ουν, ην δ’ εγώ, ότι και ανθρώπων είδη τοσαύτα ανάγκη τρόπων είναι, όσαπερ και πολιτειών; ή οίει εκ δρυός πόθεν ή εκ πέτρας τας πολιτείας γίγνεσθαι, αλλ᾽ ουχί εκ των ηθών των εν ταις πόλεσιν, α αν ώσπερ ρέψαντα τάλλα εφελκύσηται;»· που σημαίνουν: «Γνωρίζεις λοιπόν ότι κατ’ ανάγκη θα υπάρχουν και άλλα τόσα είδη ανθρώπινων χαρακτήρων, όσα και πολιτειών; Ή νομίζεις ότι οι πολιτείες γίνονται από δρυ τάχα ή από πέτρα, και όχι από τα ήθη των πολιτών, όσα κατά τη διεύθυνση που θα πάρουν θα παρασύρουν στον ίδιο δρόμο και όλα τα άλλα;», Πλάτων, Πολιτεία, VIII, 544d,e.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΓΚΑΡΑΣ. «Το πανηγύρι της Παναγιάς», λάδι σε μουσαμά, 83Χ98cm.

Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2020

Ανατολής Φως και Διδασκάλου του Γένους επιστολικές διδαχές, φευγαλέες ματιές άκρως επίκαιρες Ευγενίου Γιαννούλη (Ιωαννουλίου) του Αιτωλού· μνήμη 5η του μηνός Αυγούστου

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ 

Προανάκρουσμα 

Γιατί φευγαλέες ματιές οι παρακάτω επιστολικές διδαχές; Ίσως, αναρωτηθεί ο αναγνώστης. Απαντώ: γιατί δεν τις συναντούμε συχνά σήμερα, σπανίζουν. Είναι ειπωμένες από έναν Διδάσκαλο του Γένους και μάλιστα ιερωμένο και άγιο της Εκκλησίας μας, που στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς του 17ου αιώνα στον Οθωμανό κατακτητή, ως «επιφανής και θείος διδάσκαλος / βίου σεμνότητος / και πάσης γνώσεως θείος εκφάντωρ», όπως λέει και το απολυτίκιό του, έχοντας το μοναχικό σχήμα, ενώ έκαμε συνεχή γκέλ με τα επουράνια, όπως άλλωστε έκαμαν και οι βυζαντινοί προπάτορές του, ταυτόχρονα λειτουργούσε και ως άριστος πνευματικός πατέρας. Και λέω γκέλ, χωρίς ελπίζω να παρεξηγηθώ. Βρήκα τη λέξη γραμμένη σ’ ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πριν ολίγα χρόνια, του οποίου ο συγγραφεύς είναι υιός πιστού τέκνου της Εκκλησίας μας, με συγγραφική δράση που παραπέμπει σε βυζαντινούς συγγραφείς. Ομιλώ για τον Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκη, υιό του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη. Αξιοζήλευτη, πράγματι, η δράση και αξιοζήλευτος ο βίος του Διδασκάλου του Γένους, του Ευγενίου Γιαννούλη ή Ιωαννουλίου επί το λογιότερον. 


Ο Ευγένιος Γιαννούλης, ρήτορας και πνευματικός πατέρας του κάλλους, της αγάπης και της παιδείας  

Ο όσιος Ευγένιος Γιαννούλης, υπήρξε μια ιδιαίτερα χαρισματική προσωπικότητα. Ανακηρυχθείς την 1η Ιουλίου 1982 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο άγιος της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας μας ταυτόχρονα υπήρξε κι ένας από τους σημαντικότερους Διδάσκαλους του Γένους μας, αλλά κι ένας διαπρεπής μοναχός και πνευματικός πατέρας. Μολονότι το συγγραφικό του έργο δεν είναι εφάμιλλο άλλων συγχρόνων του λογίων, όπως του διδασκάλού του Θεόφιλου Κορυδαλλέα –εδώ θα ήθελα να υπομνήσω το εξής: κι ετούτος ο λόγιος κληρικός υπήρξε κορυφαία προσωπικότητα, με καλή γνώση του Αριστοτέλη, εξ’ ου και ο ορισμός νεοαριστοτελιστής· δύστροπος όμως χαρακτήρας, στον οποίο ο όσιος Ευγένιος έκαμε υπομονή και πιστά τον διακονούσε - η πυκνή αλληλογραφία του με επιφανείς λογίους της εποχής του, μαρτυρούν έναν πολυδύναμο λόγιο, που ακολούθησε τη μακρόσυρτη πορεία της πατερικής παράδοσης, τοποθετώντας «το διαφωτιστικό του έργο σε άλλη βάση: στην άσκηση, την ταπείνωση, την κάθαρση της καρδιάς, την πατερική σοφία, συνδέοντας έτσι αγιοπατερικά την παιδεία με την εκκλησιαστικότητα», όπως γράφει σε μια μελέτη του ο αγαπητός και σεβαστός καθηγητής πανεπιστημίου παπα-Γιώργης Μεταλληνός, Αν και η προσωπικότητα του οσίου Ευγενίου επαρκώς από την ιστορική και θεολογική επιστήμη έχει μελετηθεί, εκείνο που εδώ αξίζει να τονιστεί είναι το γεγονός ότι έζησε και έδρασε σε μια εποχή όπου ο υπόδουλος Ελληνισμός, συνεχώς βρισκόταν κάτω από την εκβιαστική και πολλές φορές βίαιη επιρροή της προπαγάνδας της Δυτικής Εκκλησίας. Η προσπάθεια της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας να διεισδύσει στον ευρύτερο μεσογειακό χώρο, που τότε βρισκόταν υπό τον οθωμανικό ζυγό, μετά την εμφάνιση της Μεταρρύθμισης και της Αντιμεταρρύθμισης τον 15ο αιώνα, πήρε διαστάσεις κυριολεκτικά μιας ακόμη «άλωσης» του ορθόδοξου πληθυσμού, πνευματικής τούτη τη φορά και όχι με τα όπλα, όπως οι δύο προηγούμενες του 1204 και του 1453, που σήμαιναν και το θάνατο της Βυζαντινής Οικουμένης. Στην άριστα καλά οργανωμένη ιεραποστολική προσπάθεια της Δυτικής Εκκλησίας, υπό το πρόσχημα ότι η υπόδουλη Ορθόδοξη Ανατολική Χριστιανοσύνη, είχε ανάγκες διδαχής και στήριξης στην πίστη, και οι δύο πόλοι (Ρωμαιοκαθολικισμός και Προτεσταντισμός), μέσω πολλαπλών τεχνασμάτων προσηλυτισμού, στόχο είχαν την προσέγγιση ή ακόμη και την ένωση με την Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία. 
Στην υπόγεια διαμάχη της Μεταρρύθμισης και της Αντιμεταρρύθμισης, η Ορθοδοξία βρέθηκε σε μια πρωτοφανή για τον εαυτό της ιστορική και εκκλησιαστική αμηχανία. Πλειάδα Ελλήνων λογίων, οι περισσότεροι ανήκαν στον ανώτερο κλήρο, σπουδασμένοι στη Δύση, προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα αξιοπρεπές μορφωτικό επίπεδο των υπόδουλων Ελλήνων, εκ των πραγμάτων θητεύοντας στις νεωτερικές ουμανιστικές ιδέες της Εσπερίας, εσκεμμένα συμπορεύτηκαν με αυτές, διακινδυνεύοντας ωστόσο πολλές φορές την ορθόδοξη πίστης τους. Οι περιπτώσεις είναι πολλές. Αρκούμε μόνο σε μια. Σ’ αυτή του Κυρίλλου Λουκάρεως, Οικουμενικού Πατριάρχη από το 1620 μέχρι τον μαρτυρικό του θάνατο το 1638 (με μικρά χρονικά διαστήματα εκλέχθηκε πέντε φορές). Στην ηγετική αυτή μορφή, την τόσο πλούσια σε παιδεία και δράση, για μια εικοσαετία σχεδόν, σαρκώθηκε ολάκερο το δράμα του υπόδουλου Ελληνισμού του πρώτου μισού του 17ου αιώνα. Η μέχρι σήμερα θεολογική και ιστορική έρευνα, αποδίδει στον Κύριλλο Λούκαρη εκείνη την τεράστια μάχη να διασωθεί το Γένος από τον ιστορικό αφανισμό του. Ωστόσο, εκείνο που βάρυνε ιδιαίτερα την προσωπικότητά του, ήταν η επίμαχη Ομολογία που εκδόθηκε στη λατινική γλώσσα το 1629 στην Γενεύη. Τούτη και για τους Προτεστάντες και για τους Ρωμαιοκαθολικούς, έγινε το «λάβαρο μια εκπληκτικής σε έκταση και μεθοδικότητα προπαγανδιστικής εκστρατείας» προς την Ορθόδοξη Ανατολή, με κύριο στόχο τον προσηλυτισμό όλων των ορθόδοξων πληθυσμών. Τι ωστόσο συνέβη κι αν πράγματι ο Λούκαρης υπέγραψε την περίφημη Ομολογία, νομίζω ότι η άποψη που θέλει τον μαρτυρικό Οικουμενικό Πατριάρχη να τρέφει μια «συμπάθεια» προς τον Προτεσταντισμό, αλλά να μην «αφίσταται από τη θέση της Ορθοδοξίας», είναι ορθή, γεγονός που ενισχύεται και από το σεβασμό που έτρεφαν προς αυτόν, τον άγιο πια Κύριλλο Λούκαρη, στο σύνολό του ο υπόδουλος Ελληνισμός και πολλοί λόγιοι κληρικοί, όπως ο όσιος Ευγένιος Γιαννούλης που συνέγραψε το βίο και σχετική ακολουθία του. 

Ο Ευγένιος Γιαννούλης ως επιστολογράφος 

Αδιαμφισβήτητο παραμένει το γεγονός ότι τα επιστολικά κείμενα των χρόνων της Τουρκοκρατίας, αποτελούν ένα ιδιότυπο ιστορικό και γραμματειακό τεκμήριο, μέσω του οποίου με ακρίβεια εικονογραφείται η εποχή όπου ζει και δρα ο λόγιος επιστολογράφος συγγραφέας. Στο αχανές και εξαιρετικά πλούσιο επιστολογραφικό υλικό, που είναι διασκορπισμένο σε πολλές βιβλιοθήκες της Ελλάδας και του εξωτερικού, το κατά καιρούς εκδιδόμενο είτε σε συλλογές, είτε μεμονωμένο, μεγάλη μερίδα Ελλήνων λογίων, επάξια συνέχισαν τη βυζαντινή επιστολική παράδοση. Οι επιστολές του οσίου Ευγενίου διακρίνονται για την άριστη ελληνική παιδεία που είχε, αλλά και καλή γνώση του γραμματειακού αυτού είδους, και βέβαια, για το λογοτεχνικό τους ύφος. Ένα μακρύς κατάλογος λογίων που σχετίσθηκαν μαζί του - αναφέρω εδώ ενδεικτικά τον Ιωάννη Καρυόφυλλη, τον Μανολάκη Καστοριανό, τον άγιο Αναστάσιο Γόρδιο, τον Διονύσιο Λαρίσης, τον Νεόφυτο Αδριανουπόλεως, τον Παναγιώτη Νικούσιο, τον Οικουμενικό Πατριάρχη Παρθένιο Δ΄, κ. ά. - με τους οποίους είχε πυκνή αλληλογραφία, αποδεικνύουν πόσο ισχυρή προσωπικότητα ήταν ο όσιος κληρικός των Βραγγιανών Αγράφων, μολονότι διακρινόταν για την ταπεινοφροσύνη του. 
Λέγω ταπεινοφροσύνη παραπέμποντας στα όσα επισημαίνει ο ίδιος σε μια επιστολή του προς τον τότε Επίσκοπο Δημητριάδος, τον Οκτώβριο 1662: «οι μεγάλοι, δεσπότα, θρόνοι και οι λαμπροί και οι πολυπρόσοδοι βαθμοί και τα λοιπά αξιώματα μετά φρονήσεως, αρετής και λόγου οικονομούμενα πολλά τους τοιαύτους ωφέλησεν οικονόμους και σχεδόν ισοθέους πεποίηκε· τους κατά τας αυτών ορέξεις και πεπλανημένας θελήσεις τα της εκκλησίας φθείροντες και τα κοινά ως ίδια ιδιοποιούντας συμβαίνει το εναντίον. Θαρρώ να ήκουσε ποτέ προσευχήν τινός ιερωμένου “Μη με, λέγων παντεπίσκοπε Λόγε, ως ιερωμένον και μυστηρίων αγίων υπηρέτην εξετάσης ή βασανίσης, μήτε να έλθης ποτέ εις κρίσιν μετά του δούλου σου”. Φρόντιζε, δέσποτα, των καλών έργων και προτίμα πάντα των ρεόντων τα μένοντα· γίνου πιστός και φρόνιμος οικονόμος· ευλαβού της επισκοπής το αξίωμα και της ιερωσύνης το ύψος· μνημόνευε αεί των εσχάτων· συλλογίζου την απόδοσιν της οικονομίας και του αρχιποίμενος Χριστού την μέχρι και αργού λόγου εξέτασιν, όστις σου διατηροίη τον βαθμόν επηρείας δαιμονικής εκτός και επιβουλής εχθρών υψηλότερον, μετά δε την εντεύθεν του βίου τούτου απαλλαγήν να την αξιώση της των σωζομένων μερίδος και της χοροστασίας των εκλεκτών· αμήν»
Μελετώντας εδώ και χρόνια επισταμένως ολάκερο το επιστολικό έργο του οσίου Ευγενίου, έχω διαπιστώσει την ασίγαστη ανάγκη αυτού του ευσεβή «πατριάρχη» της ελληνικής παιδείας του 17ου αιώνα για επικοινωνία με ανθρώπους απλούς, αλλά και ανθρώπους των γραμμάτων και της Εκκλησίας. Κι όχι μόνο την επιθυμία του, αλλά και την αγάπη του να ζει και να απολαμβάνει τη ζωή, με μέτρο πάντοτε. Γράφει σε άγνωστο ιερέα: «η αιδεσιμότης σου όμως γνωρίζεις καλά και δεν την λανθάνει πολλά ο λέγων ότι χωρίς τον χριστευλόγητον οίνον δεν ημπορούμεν εις την σωματικήν ετούτην και κατηραμένην ζωήν να ζήσωμεν, όχι δια την ανάγκην μόνον των ιερών μυστηρίων και της πνευματικής και αναιμάκτου θυσίας τα ιερά σύμβολα αλλά και εις χρείαν εδικήν μας και ανθρωπίνην πόρευσιν. Αυτό τοίνυν το χριστευλόγητον παύει τας λύπας, κοιμίζει τους πονηρούς λογισμούς, φέρνει την καλήν καρδίαν, γεννά την χαράν, δυναμώνει τα νεύρα και τονώνει όλας τας σωματικάς δυνάμεις· µας αναγκάζει να πολυλογούμεν και να πλατύνωμεν τας ευχάς και με την αφορμήν να αναφέρνωμεν και τους γονείς μας και να τους θυμούμαστεν συχνά»
Άφησα προτελευταία τη φευγαλέα ματιά μου στο επιστολικό έργο του οσίου Ευγενίου, άκρως επίκαιρη κι αυτή, μιας και ομιλεί για εκπαιδευτικά ζητήματα. Μελετητής του έργου του επισημαίνει ότι «τόσος ήτο ο διδασκαλικός του ζήλος, ώστε όταν καταλαμβανόμενος από το γήρας δεν ημπορούσε να διδάσκη ο ίδιος, “ουκ επαύετο του προτρέπειν τους δυναμένους λόγων αντέχεσθαι”. Μονίμως συνιστούσε να ιδρύουν σχολεία και ν’ ασκούν με αφοσίωσιν το ιερόν λειτούργημα». Ένα παράδειγμα είναι νομίζω ενδεικτικό της αγάπης του οσίου Ευγενίου για την παιδεία. Σε επιστολή του προς τον Μανολάκη Καστοριανό, τον πρώτο Έλληνα έμπορο που συστηματικά δούλεψε για την ίδρυση σχολείων στον τουρκοκρατούμενο Ελληνισμό, τον παρακαλεί να συνδράμει στη λειτουργία αντίστοιχης σχολής στη γενέτειρα, το Αιτωλικό: «ηθέλαμεν και ημείς να συνδράμωμεν με κάποιους χριστιανούς φιλαρέτους άμα μικράν τινα σχολήν εις τι χωρίον της Αιτωλίας προκαθεζόμενον των άλλων, Ανατολικόν λεγόμενον· και τούτο το εκάμαμεν δια να μανθάνουσι γράμματα παιδία τινών πατέρων πτωχών, δια να είναι πρώτον εις δόξαν Χριστού και εις υπηρεσίαν των μυστηρίων της εκκλησίας και εις βοήθειαν μικράν των χριστιανών. Αν είναι γουν ο ορισμός της να ανοίξη πηγήν μικράν εις τοιούτον διψασμένον τόπον, θέλει κάμει πολλά καλόν και θαυμάσιον και εις τον θεόν του ουρανού και της γης ευπρόσδεκτον· ει δε μη γε, ας είναι καλά και ας ευοδούται εις όσα θέλει η παντοδύναμος χάρις του Χριστού η υπερέχουσα πάντα νουν και λογισμόν ανθρώπινον». Ιδρύστε σχολειά έλεγε ο όσιος Ευγένιος, ιδρύστε σχολειά έλεγε κι ένας άλλος άγιος της Εκκλησιάς μας, ο Πατροκοσμάς ο Αιτωλός. 
Θα κλείσω το άρθρο μου με ένα μικρό απόσπασμα από μια επιστολή του οσίου Ευγενίου. Δεν θα χρειαστεί σχολιασμό. Και αυτό είναι λίαν επίκαιρο. Περιγράφει την εποχή του, αλλά δίνει και τον αντίστοιχο τόνο στη δική μας. Σταράτα λόγια προς κάποιον λογιώτατον Αλέξανδρο: «πολλοί πανταχού οι χειμώνες, ασύγκριτα, λογιώτατε τα ναυάγια· εν χρω μάλλον αι συμφοραί, εκύκλωσαν ημάς τα κακά ως αι μέλισσαι κηρίον· αν το θείον επινυστάξει, το παν φευ ανατραπήσεται ταις υπέρ λόγον εισφοραίς και ταις βαρείαις εισπράξεσιν. Η καταδρομή των φορολόγων αδυσώπητος, το υκήκοον επικαλείται τον θάνατον μάλλον ή το ζην»
Από τα όσα εν συντομία παραπάνω ελέχθησαν, άξιο παρατήρησης των επιστολικών κειμένων του οσίου Ευγενίου είναι το γεγονός ότι αυτά υπήρξαν ένα βασικότατο κάτοπτρο, μέσω του οποίου αντανακλάται όχι μόνον η προσωπική μορφωτική και επιστημονική του συγκρότηση, αλλά και το πολύπλευρο εκπαιδευτικό και κοινωνικό του έργο, γεγονός που τον κατέστησε ως έναν από τους σημαντικότερους Διδασκάλους του Γένους. Κι όχι μόνον, αντανακλάται και το ιερατικό του έργο. Ιδού πως: «μη γένοιτο Χριστέ, και Χριστού κράτος, να ολισθήσω εγώ ποτέ εις τοσαύτην ηλιθιότητα και απάνθρωπον κακίαν να ρίψω εις τον βυθόν της λήθης την ακαπήλευτον φιλίαν της σης αιδεσιμότητος, το άδολον, το φιλάνθρωπον, το επιεικές, το ήμερον, το προσηνές, το απλούν, το άκακον και τα άλλα όσα είναι της φιλίας συστατικά και τον αληθή χαρακτηρίζει φίλον και Θεού άνθρωπον». Ο αποδέκτης αυτών των γραφομένων ήταν ο τότε Άρτης Χριστόδουλος. Κι αυτό, ακόμη μια φευγαλέα ματιά, άκρως επίκαιρη, Ανατολής Φως.

Τρίτη, 4 Αυγούστου 2020

Με αφορμή τη γιορτή των Αγίων Επτά Παίδων εν Εφέσω· (την 4η του μηνός Αυγούστου)

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ 

«Θα ήθελα να ήμουν ένας από τους Επτά Κοιμωμένους της Εφέσου. Οι χριστιανοί αυτοί αδελφοί, κατά τη διάρκεια του διωγμού του αυτοκράτορα Δεκίου (249-251) είχαν φυλακιστεί σε μια σπηλιά, της οποίας εν συνεχεία χτίστηκε το στόμιο. Στις αρχές του 5ου αιώνα, κατά τη βασιλεία ενός εκ των διαδόχων του Δεκίου, του Θεοδοσίου Β΄(408-450), ξύπνησαν για να διαφωτίσουν τον εν λόγω χριστιανό μονάρχη επί ενός σημείου του δόγματος που αφορούσε την έγερση των νεκρών. Φανταστείτε την έκπληξή τους όταν, μπαίνοντας στην πόλη, είδαν το Σταυρό τοποθετημένο πάνω από την κύρια πύλη, άκουσαν ανθρώπους να ορκίζονται ελεύθερα στο όνομα του Χριστού, είδαν να έχει χτιστεί μια εκκλησία, τον χριστιανικό κλήρο να ασχολείται με την επισκευή των τειχών της πόλης, και αντιλήφθηκαν ότι τα ασημένια νομίσματα των παγανιστών αυτοκρατόρων εξέπλησσαν τους ανθρώπους στην αγορά»[1]. Έτσι αρχίζει το βιβλίο του ο Peter Brown για την Ύστερη Αρχαιότητα, όρο που ο ίδιος καθιέρωσε, μελετώντας τη θρησκευτική κουλτούρα της ύστερης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας[2], μιας εποχής που αργά και σταθερά σηματοδοτούσε το τέλος του παγανιστικού κοσμοειδώλου της. Από 1ο π.Χ., αιώνα μέχρι και τα μέσα του 4ου μ.Χ., στον ευρύτερο χώρο της Μεσογείου, με κέντρο τη Ρώμη, εκείνη η θρησκεία που κυριαρχούσε ήταν η ρωμαϊκή[3], η οποία σε αντίθεση με τη χριστιανική που ήταν υπό απηνή διωγμό, συντηρούνταν χάρη στον κρατικό μηχανισμό. Σύμφωνα με τον Brown, οι πολλαπλές θρησκευτικές αλλαγές που συνέβησαν καθ’ όλη τη διάρκεια της Ύστερης Αρχαιότητας, «μπορούν να θεωρηθούν ανακατανομή και επανορχήστρωση συστατικών που επί αιώνες προϋπήρχαν στον μεσογειακό χώρο». Για τον εκκλησιαστικό ιστορικό που μελετά αυτήν την περίοδο, η παραπάνω άποψη είναι εξαιρετικά σημαντική, στη θεώρηση τόσο της παγανιστικής[4] όσο και της χριστιανικής μορφής της - ιδιαίτερα της χριστιανικής - όπου ο άνθρωπος αντιμετώπιζε το υπερφυσικό ως ένα σύνολο δοξασιών μέσω των οποίων εκδηλωνόταν η «θεία δύναμη»[5]
Ο Χριστιανισμός έκαμε την εμφάνισή του εντός του γεωγραφικού χώρου της Παλαιστίνης, ταχύτατα όμως ήρθε σε επαφή και με τον κόσμο των εθνικών, γεγονός που δείχνει την προσπάθεια των πρώτων ευσεβών χριστιανών να ξεχωρίζουν την ορθή πίστη από τις ποικίλες αιρέσεις. Υπ’ αυτήν την έννοια η σημερινή έρευνα κατατείνει στην άποψη ότι, η στην πρώιμη φάση της η χριστιανική πίστη ήταν ένα «εξελισσόμενο προϊόν της ιστορίας». Δεν πρέπει να ξεχνάμε άλλωστε ότι καθώς ο Χριστιανισμός «αναπτυσσόταν και προόδευε, είχε διαρκώς να αντιμετωπίσει νέες καταστάσεις και προβλήματα». Κορύφωμα αυτών προβλημάτων ήταν ο 3ος αιώνας, περίοδος συγκρούσεων και σχισμάτων «γύρω από την αντιμετώπιση εκείνων που είχαν λιποψυχήσει σε καιρούς διωγμών»[6]
Στον τρόπο που η χριστιανική πίστη αντιμετωπίστηκε από τους εθνικούς, ζήτημα ευρύ και ιδιαίτερα πολύπλοκο, κυρίαρχα θέματα της φιλονικίας δεν ήταν μόνο τα δογματικά αλλά και οι αντιλήψεις για το θείο, γεγονός που ανάμεσε σε χριστιανούς και εθνικούς δημιουργούσε μια «ψυχολογική διαχωριστική γραμμή». Η διαμάχη εμφανίστηκε σε πολλά κοινωνικά και πνευματικά επίπεδα, με ανθρώπους ιδιαίτερα μορφωμένους και καλλιεργημένους, όπως ο Ωριγένης από τη μερίδα των χριστιανών, ο Πορφύριος και ο Κέλσος από τη μερίδα των εθνικών. Σύμφωνα με τον E. R. Dodds, η σχέση χριστιανών και εθνικών πέρασε από τρεις καθοριστικές φάσεις. Στην πρώτη (2ος αιώνας), καμιά μερίδα, ούτε η παγανιστική ούτε η χριστιανική είχαν διαμορφωθεί ως ένα «κλειστό και ομοιογενές σύστημα». Από την πλευρά των εθνικών η ελληνική φιλοσοφία αναζητούσε τη σύνθεση, την οποία ολοκλήρωσε έναν αιώνα αργότερα ο Πλωτίνος. Από την πλευρά των χριστιανών «η ορθοδοξία δεν χωριζόταν από την αίρεση με σαφή όρια· ήταν εύκολο να γλιστρήσει κάποιος από τη μια στην άλλη, όπως ο Τάκιτος που προσχώρησε από την ορθοδοξία στον βολεντινιανισμό και ο Τερτυλλιανός που πέρασε στο μοντανισμό». Εδώ, σημαντική ήταν η συνεισφορά των Απολογητών Πατέρων προς τους μορφωμένους εθνικούς, για το άνοιγμα που έκαμαν προς αυτούς, ώστε να γνωρίσουν τη χριστιανική πίστη. Η δεύτερη φάση εκτείνεται από τις αρχές του 3ου αιώνα και φτάνει μέχρι τον διωγμό του Δεκίου το 249. Σ’ αυτή κυριαρχεί ο Ωριγένης και το έργο του Κατά Κέλσου. Για τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία η περίοδος αυτή ήταν εποχή ανασφάλειας και αθλιότητας, ενώ για τον χριστιανισμό εποχή κάποιας ελευθερίας από το καθεστώς των διωγμών και, βέβαια, εποχή κάποιας αριθμητικής ανάπτυξης και εξέλιξης[7]. Αντίθετα η τρίτη φάση ήταν πολύ διαφορετική. Αρχίζει με το Δέκιο[8] και τελειώνει με το μεγάλο διωγμό του Διοκλητιανού το 311[9]. Ο Δέκιος, φανατικός διώκτης των χριστιανών, πίστευε ότι για την παρακμή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας κύρια ευθύνη έφερε η νέα πίστη του Χριστιανισμού. Ο διωγμός των χριστιανών επί Διοκλητιανού εξαπλώθηκε σ’ όλη την αυτοκρατορία, από τις πόλεις της Αρμενίας και Μεσοποταμίας μέχρι τη Λισσαβώνα και από την Αραβία, την Αίγυπτο, τη Βόρεια Αφρική μέχρι τα βρετανικά νησιά. Σ’ αυτήν την περίοδο ο Πορφύριος γύρω στα 270 γράφει το επιθετικότατο βιβλίο του Κατά Χριστιανών και ο Ιεροκλής την πραγματεία με τίτλο Οι εραστές της αλήθειας, όπου εκθειάζεται ο Απολλώνιος ο Τυανεύς ως αντίπαλος του Χριστού. Έτσι, δημιουργείται το κλίμα σκληρών διωγμών κατά των χριστιανών, χωρίς όμως να κλονίσουν τον σκληρό πυρήνα της νέας πίστης[10]. Στην περίπτωση αυτή σημαντικό είναι να τονιστεί το γεγονός πως η εξάπλωση και εδραίωση του Χριστιανισμού μέσα από αιματηρά μαρτύρια των πρώτων χριστιανών, για ένα διάστημα αρκετά μεγάλο – αυτό καλύπτει περίπου δυόμιση περίπου αιώνων (μέσα 1ου αιώνα – Διάταγμα Μεδιολάνων 313)[11] – δεν ήταν μια αναπότρεπτη και σταδιακή διαδικασία. Θωρείται «αναπάντεχη» και «εντυπωσιακή» η εξάπλωση της Χριστιανικής Εκκλησίας γιατί έγινε υπολογίσιμη δύναμη, κυρίως στις πόλεις της Μεσογείου. Αυτό πάνω απ’ όλα επήλθε γιατί ο Χριστιανισμός ριζικά διέφερε από τις άλλες ανατολικές λατρείας, μυστηριακού κυρίως χαρακτήρα. Παρόλο που αυτές παρείχαν ειδικές διδασκαλίες για τη σωτηρία των πιστών τους, ποτέ δεν ωφελήθηκαν από του διωγμούς των χριστιανών, κυρίως σ’ ότι αφορά την προσχώρηση πιστών. Η μεγαλύτερη πρόοδος που σημείωσαν οι χριστιανοί ήταν σε περιοχές της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας που θρησκευτικά ήταν ρευστές· σε αντίθεση με τις πόλεις της Μ. Ασίας, όπου το χριστιανικό στοιχείο σχεδόν παρέμεινε ανέγγιχτο[12]
Γεγονός πάντως είναι ότι, η θρησκευτική ιστορία της περιόδου των τριών πρώτων χριστιανικών αιώνων, όπως αυτή καταγράφεται στις πηγές, η σύγκρουση παγανισμού και Χριστιανισμού ταυτόχρονα εκδηλωνόταν στο εσωτερικό και των δύο. Γνωρίζουμε ότι, περί τα μέσα του 2ου μ.Χ., αιώνα στο στρατόπεδο των παγανιστών δύο «προφήτες» ο Αλέξανδρος ο «Ψευδομάντης» και ο Μοντανός ο «Ψευδοπροφήτης», προσπαθούσαν να καταδείξουν τι ήταν αυτό που έλειπε από το θρησκευτικό περιβάλλον της εποχής τους. Ο Δημήτρης Κυρτάτας υποστηρίζει πως ενώ ο «κόσμος της αρχαιότητας εισερχόταν στην τελική του φάση, αυτήν που συνηθίζουμε να αποκαλούμε ύστερη, υπήρχαν πολλοί άνθρωποι που επιθυμούσαν να δουν ένα θεό να γεννιέται ή ένα θεό να κατεβαίνει στη, όπως ακριβώς είχαν δει, σύμφωνα με τους ισχυρισμού τους, οι πρόγονοί τους». Στο αντίπαλο στρατόπεδο, του Χριστιανισμού, η «εσωτερική κρίση» ήταν πιο ορατή. Ενώ ο Μοντανός με τις προφητείες γοήτευε το ποίμνιό του, τα μέλη των χριστιανικών κοινοτήτων, χάρη στο απαράμιλλο σθένος των ηγετών τους, ανήκαν σε «καλά οργανωμένες θρησκευτικές ομάδες της αυτοκρατορίας. Διέθεταν ένα συγκροτημένο ιερατείο με ισχυρούς επισκόπους σε κάθε πόλη, και ένα δίκτυο επαφών που επεκτεινόταν σε ολόκληρη της Μεσόγειο». Κι αυτό οφείλονταν στο γεγονός ότι διέθεταν «ένα σαφώς προσδιορισμένο και κλειστό κανόνα ιερών γραφών»[13]. Η εξέγερση που ακολούθησε εναντίον των μοντανιστών από τους ηγέτες των χριστιανών, έγινε όχι γιατί είχε τεθεί σε αμφισβήτηση η διδασκαλία της Χριστιανικής Εκκλησίας, αλλά η δομή και η οργάνωσή της. 

[1] PETΕΡ ΒΡΟWΝ. (2001). Η δημιουργία της Ύστερης Αρχαιότητας, μτφρ. Θεοδόσης Νικολαΐδης. Αθήνα: Εστία, σ. 21. 
[2] ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΚΥΡΤΑΤΑΣ. (2003). Κατακτώντας την Αρχαιότητα. Ιστοριογραφικές διαδρομές. Αθήνα: Πόλις, σσ. 189-202. 
[3] M. L. CLARKE. (2004). Το ρωμαϊκό πνεύμα. Ιστορία της ρωμαϊκής σκέψης από τον Κικέρωνα ως τον Μάρκο Αυρήλιο, μτφρ. Πολυξένη Δημητριάδου – Λεωνίδας Τρομάρας. Θεσσαλονίκη: University Studio Press, σσ. 139-154. PETER GARNSEY & RICHARD SALLER. (1999). Η Ρωμαιϊκή Αυτοκρατορία. Οικονομία, κοινωνία και πολιτισμός, μτφρ. Β. Αναστασιάδης. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σσ. 227-246. 
[4] Η νεότερη ιστορική έρευνα θεωρεί ότι η χρήση του όρου παγανισμός, σ’ ότι αφορά τη θρησκευτικότητα της Ύστερης Αρχαιότητας, δεν είναι δόκιμη. Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται είναι δύο. Πρώτον, ο παγανισμός εάν δεν ήταν τόσο θρησκεία με όλες τις πρακτικές που συνθέτουν ένα θρησκευτικό φαινόμενο, τότε υπάρχει ο κίνδυνος θεώρησής του ως μιας παραπλανητικής και μονολιθικής εικόνας της ειδωλολατρίας. Και δεύτερον, επειδή ο όρος χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα από τους ίδιους τους χριστιανούς, η λατινική λέξη paganus που σημαίνει χωρικός και πολίτης, ενίσχυσε την αντίληψη ότι η ειδωλολατρία ήταν ιδιαιτέρως ισχυρή στην ύπαιθρο, σε αντίθεση με τις πόλεις όπου ο Χριστιανισμός είχε μεγαλύτερη απήχηση. Ως εναλλακτικός όρος προτείνεται ο πολυθεϊσμός, όρος που καλύπτει τις παραπάνω ενστάσεις. Βλ. Α. ΝΤΑΓΚ ΛΗ. (2000). Παγανιστές και Χριστιανοί στην Ύστερη Αρχαιότητα. Ένα ανθολόγιο πηγών, μτφρ. Χαρίκλεια Τσαλιγοπούλου. Αθήνα: Ενάλιος, σσ. 47-48. 
[5] PETΕΡ ΒΡΟWΝ. (2001). Η δημιουργία της Ύστερης Αρχαιότητας, σσ. 29 κ.ε. 
[6] ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΥΡΤΑΤΑΣ. (1992). Επίκρισις. Η κοινωνική δομή των χριστιανικών κοινοτήτων από τον πρώτο έως τον τρίτο αιώνα, Αθήνα: Εστία, σσ. 159-160. 
[7] Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Κόμμοδου (180-192), ενός κακού αυτοκράτορα, του οποίου η στάση έναντι των χριστιανών εικάζεται ότι ήταν εξαιρετικά ήπια. Την πληροφορία διασώζει ο Ευσέβιος στην Εκκλησιαστική Ιστορία του. Σ’ αυτό τον επηρέαζε η ευνοούμενη παλλακίδα Μαρκία που ήταν χριστιανή. Βλ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ι. ΚΥΡΤΑΤΑΣ. (1999). «Η παλλακίδα, η τροφός και η βασιλομήτωρ», στο: Απόκρυφες ιστορίες. Μύθοι και θρύλοι από τον κόσμο των πρώτων χριστιανών. Αθήνα: Άγρα, σσ.129-138. 
[8] Σημαντικά είναι εδώ όσα γράφει ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΓΛΑΒΙΝΑΣ. (1992). Οι διωγμοί κατά της Εκκλησίας στην προκωνσταντίνεια εποχή. Κατερίνη: Τέρτιος, σσ. 161-181. 
[9] Αυτόθι, σσ. 213-234. 
[10] Και τις τρείς φάσεις αναλύει ο E. R. Dodds. (1995). Εθνικοί και Χριστιανοί σε μια εποχή αγωνίας. Όψεις της θρησκευτικής εμπειρίας από τον Μάρκο Αυρήλιο ως τον Μ. Κωνσταντίνο, μτφρ. Κώστας Αντύπας. Αθήνα: Αλεξάνδρεια, σσ. 161-211. Για τη νεωτερική προσέγγιση στο χριστιανικό φαινόμενο που κάμει ο Dodds αξίζει κανείς να λάβει υπόψη του τις παρατηρήσεις του ΘΕΟΔΩΡΟΥ Ι. ΖΙΑΚΑ. (2005). Αυτοείδωλον εγενόμην… Το αίνιγμα της ελληνικής ταυτότητας. Ειδική εισαγωγή. Αθήνα: Αρμός, σσ. 120 κ.ε. Για την περίοδο των διωγμών σημαντικό είναι και το βιβλίο του C. E. M. DE STE. CROIX. (2005). Ο Χριστιανισμός και η Ρώμη. Διωγμοί, αιρέσεις και ήθη, μτφρ. Ιωάννα Κράλλη, επιλογή κειμένων – επιμέλεια – πρόλογος Δημήτρης Ι. Κυρτάτα. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης. Μολονότι το εν λόγω βιβλίο, σ’ ότι αφορά το ζήτημα της ιδιοκτησίας και της δουλείας δέχθηκε σφοδρότατες επικρίσεις, φρονώ ότι παραμένει έργο αναφοράς. Θεώρησή του βλ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΚΥΡΤΑΤΑΣ. (2003). Κατακτώντας την Αρχαιότητα, σσ. 169-187. 
[11] ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ν. ΜΟΣΧΟΣ. (2008). Συνοπτική Ιστορία της Χριστιανικής Εκκλησίας. Η πρώτη χιλιετία, τ. Α΄. Αθήνα: Ακρίτας, σσ. 53-56. 
[12] PETER BROWN. (1998). Ο κόσμος της Ύστερης Αρχαιότητας 150-750 μ.Χ., μτφρ. Ελένη Σταμπόγλη. Αθήνα: Αλεξάνδρεια, σ. 71. 
[13] ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΚΥΡΤΑΤΑΣ, (επιμέλεια). (2001). Λουκιανός: Αλέξανδρος ή ο Ψευδομάντης. Μοντανός ο Ψευδοπροφήτης, εισαγωγή Δ. Ι. Κυρτάτας – P. E. Dauzat. Αθήνα: Άγρα, σσ. 39-40.

Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2020

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ: μάθημα για «γερά… νεύρα»

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Με αφορμή την Εισήγηση Επιστημονικής Επιτροπής για τα Θρησκευτικά, της οποίας έργο είναι να εισηγηθεί: πρώτον τη βέλτιστη δυνατή μεταβατική λύση του ζητήματος, με στόχο την πλήρη συμμόρφωση των Προγραμμάτων Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών με τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), για το χρονικό διάστημα που θα απαιτηθεί μέχρι τη συγγραφή και εφαρμογή των Νέων Προγραμμάτων Σπουδών και του αντιστοίχου διδακτικού υλικού, και δεύτερον τους τρόπους και τις μεθόδους εφαρμογής των αποφάσεων του ΣτΕ, του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) και της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ), όσον αφορά σε όλες τις υπόλοιπες πτυχές των αποφάσεων αυτών, που συνδέονται με το μάθημα των Θρησκευτικών, με έμφαση στη διατήρηση της υποχρεωτικότητάς του και τη διαδικασία απαλλαγής των μαθητών/τριών, σίγουρο είναι ότι, γνωστοί για τις αγκυλώσεις-τους θεολογικοί και εκκλησιαστικοί κύκλοι θα ξαναστήσουν ακόμη ένα σώου για να πολεμήσουν και να ακυρώσουν όσα η Επιστημονική Επιτροπή προτείνει προς το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής. Αυτό για πολλοστή φορά θα σημάνει την απουσία θεολογικού και παιδαγωγικού χαρακτήρα του μαθήματος, αλλά και την πλήρη διαστρέβλωση για το τι μάθημα Θρησκευτικών επιθυμούμε να έχουμε σ’ ένα σύγχρονο δημοκρατικό σχολείο και, βέβαια, από τους παραπάνω θεολογικούς και εκκλησιαστικούς κύκλους, επιβολή στο ίδιο το μάθημα, στους διδάσκοντες (δασκάλους και θεολόγους) και στους μαθητές ενός εξαμβλωματικού νομικίστικου νάρθηκα. Ο Θεός κι η Παναγιά του Δεκαπενταύγουστου να βάλουν το χέρι-τους ούτως ώστε το μάθημα των Θρησκευτικών να ξεπεράσει κι αυτόν τον σκόπελο. 


ΣΠΥΡΟΣ ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Αρσανάς στο Άγιον Όρος· 1935. Λάδι σε μουσαμά, 76 x 83 εκ.

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2020

Και να, μια στιγμή ανάμεσά μας... η ποίηση

Γεννιέται ο άνθρωπος κι ο ήλιος γίνετ’ αμέσως πάθος
ο ποιητής έχει ένα δρόμο σαν όνειρο μαύρο χαμογελαστό
έχει ένα βέβαιο δρόμο
τόπους-τόπους αγκάθια
τόπους-τόπους ωραία χαλιά
π’ ο άτυχος τα ματώνει.
Κι όταν ο ήλιος πέσει στις θνητές κορφές
αρχίζουν τ’ άστρα. Εκεί του δρόμου η τέλεψη
πάλι μια γέννα μάς προσμένει.


ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ. (1995). «Ο ποιητής έχει ένα βέβαιο δρόμο», στο: Τα Ποιήματα, τ. Α΄. Αθήνα: Ίκαρος, σ. 158.