Τρίτη, 20 Αυγούστου 2019

Που κατοικεί η ομορφιά;

«Μέσα από τον κλοιό του πάθους, η ομορφιά αποσπάται προς μιαν ανώτερη σφαίρα. Και με αυτήν ακριβώς τη μορφή του ανεκλάλητου αινίγματος παίρνει (όσους παίρνει) στο λαιμό της. Αυτέ οι καταστροφές – που διαποτίζουν τα ήθη και διαλύουν τόσες ζωές, όπως δείχνουν οι παρένθετες ιστορίες στον Δον Κιχώτη – δεν νικούν τους ανθρώπους αμαχητί. Ο εραστής, παιδί της Πενίας αλλά και του Πόρου (δεινός γόης και φαρμακεύς και σοφιστής), δυνατός μέσα στην ένδειά του, μηχανεύεται στρατηγήματα. Φτάνει μάλιστα μέχρι σημείου να αναρωτιέται αν μπορεί να αποσπάσει την ομορφιά από τη γυναίκα – να την κάνει αντικειμενικό μέγεθος, να την τιθασεύσει και να λυτρωθεί. Δεν υποψιάζεται όμως ότι, από τη στιγμή που κάνει αυτή τη σκέψη, διαβαίνει το κατώφλι του μέγιστου λαβύρινθου. Αν αποσπάσουμε την ομορφιά από τη γυναίκα, που μπορεί να σημαίνει το κάλλος από τη θηλύτητα, την ψυχή από το σώμα, ποιος ξεναγός θα βρεθεί να μας πάρει από το χέρι;»


ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ. (1992). Ίμερος και Κλινοπάλη. Αθήνα: Καστανιώτη, σ 119.

Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2019

Χριστιανισμός και Κοινωνιολογία

«Αποκεκαλυμμένη αλήθεια ο Χριστιανισμός, δοσμένη ολόκληρη ευθύς από την αρχή. Περιμένει όμως, έχει την υπομονή να περιμένη την πραγμάτωσή της από την κάθε εποχή, το κάθε άτομο. Άλλη, εντελώς άλλη λοιπόν η προοπτική και η σκοπιά από την οποία θα κριθή η ουσία του Χριστιανισμού από εκείνην που χρησιμοποιεί η Κοινωνιολογία. Η τελευταία, θέλει δε θέλει, διέπεται από κάποια θεωρία εξελίξεως: άπιστη η θεωρία της, εμπειρική στην ουσία της η πορεία της. Ο Χριστιανισμός στηρίζεται σε αμετακίνητη θέση, την αποκάλυψη, και καλεί τους ανθρώπους όλων των αιώνων να την πραγματώνουν, παρέχοντάς τους απόλυτα κριτήρια για να μετρήσουν και αποτιμήσουν την πορεία τους. Η Κοινωνιολογία, με βάση το νέο παρουσιάζεται κάθε φορά, με βάση την απόσταση που χωρίζει μια κοινωνική μορφή από μια άλλη, συνάγει τα συμπεράσματά της. Ο Χριστιανισμός κρίνει κάθε εποχή, κάθε άτομο από το ύψος στο οποίο έφθασε κατά την ανοδική του πορεία προς διείσδυση, κατανόηση και πραγμάτωση στη ζωή του της αμετακίνητης, της δοσμένης αλήθειας»

Β. Ν. ΤΑΤΑΚΗΣ. (1999). «Ο Χριστιανισμός είναι συντηρητικός ή επαναστατικός;», στο: Η πορεία του ανθρώπου. Αθήνα: Οι Εκδόσεις των Φίλων, σ. 35. 


ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΟΓΕΒΙΝΑΣ, «Όσιος Λουκάς»· λάδι σε μουσαμά επικολλημένο σε χαρτί, 38Χ46 εκ.

Σάββατο, 17 Αυγούστου 2019

Από το μακρινό Σίγρι... ο μετα-Δεκαπενταύγουστος έχει την ποιητική ομορφιά του

«Βουρ στα ζωύφια λατινικά.
            Παναγία θεοτόκε νοικοκυρά μου
μη μ’ αφήνεις ανυπεράσπιστο στα σκυλιά
            με τόσες όμορφες εικόνες σου
σ’ αυτό το σκουπιδότοπο (στο ύψος Παρθενώνας).
Θα συνεχίσω την ποίηση μονάχα για πλάκα
            θαν την κάνω κουρμπάνι
στα γοερά μου πεύκα κρεμαντούλα
            ενάντια στου χρόνου την εφεύρεση
δοξάζοντας το πληγωμένο μάλαμα: τη μοναξιά μου
            στα νόστιμα ερέβη που με περιμένουν
εκείθε απ’ τα κωμικά σας έαρα
            προς τα ερείπια του σύμπαντος μονήρη
προς του νερού την κρέμαση στα βάραθρα
            – μιαν ασώματη ρητορεία.
Τι τα ‘θελε και τα ‘φερνε τα γράμματα
           ο Δαναός στην Αργολίδα.
Μόνον αυτοί που τρέφουν όνειρα απολαμβάνουν
           την πραγματικότητα».



ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ. (1994). «Ora et Labora», στο: Τα Ποιήματα (1979 - 1991), τ. Β΄. Αθήνα: Ίκαρος, σ. 26.



Τέμπερα του ΑΝΤΟΝ ΣΤΕΦΑΝ ΚΑΡΣΕΡ, 1960· [στο: info RELIGIONS, τχ. 5 (2000) 34].

Σάββατο, 10 Αυγούστου 2019

Εικόνες από την ποίηση του Τάκη Συρέλλη

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Εκ των υστέρων 

Δύο ημέρες μετά την επιτυχημένη παρουσίαση του βιβλίου επί 4 του Τάκη Συρέλλη[1], σκεπτόμενος την ομιλία του Γιώργου Τυρίκου – Εργά και τα όσα σημαντικά είπε για τα ποιήματα της συλλογής: Το κοχύλι του κόσμου, ήρθε στο νου μου το αφοπλιστικό και ιδιαίτερα σημαντικό κείμενο για το ανθρώπινο σώμα, του ιερομονάχου Συμεών (Γρηγοριάτη) στ’ Άγιον Όρος, γνωστού στο ευρύτερο κοινό ως Περουβιανός, μιας και κατάγεται από το Περού. Δημοσιευμένο στο περιοδικό Σύναξη τχ. 4 (Φθινόπωρο 1982) σ. 51, νομίζω πως έχει την αξία του και μπορεί να συσχετισθεί με την ποιητική συλλογή: Το κοχύλι του κόσμου. Το παραθέτω αυτούσιο: «H δημιουργία είναι εκ του μηδενός. Το μηδέν το ιστόρησαν ιερογλυφικά οι Μάγια ως ένα κοχύλι. Ταυτόχρονα, το κοχύλι ήταν και το σύμ­βολο της γονιμότητος. Στην αρχαία μας μυθολογία από ένα κοχύλι γεννήθηκε η αγάπη, από το μηδέν θα μπορούσαμε να πούμε. Ένα μηδέν που βρίσκεται μέσα στη θάλασσα που αντανακλά τον ουρανό· η ψυχή του ανθρώπου, που δεν ησυχάζει. Από το μηδέν αναδύεται η αγάπη. Το σώμα της είναι σώμα έρωτος και ομορφιάς. Το φαγώσιμο σώμα του κοχυλιού είναι κρυμμένο μέσα σ' ένα απίθανο και κόσμιο λειτουργικό “σπίτι”, το οποίο, ενσωματώ­νοντας πολύπλοκες μαθηματικές δομές, αυτό το μικρό ζώο έχει κτίσει… Αυτό το κρυμμένο σώμα, σώμα δόξης, φωτός και ωραιότητος, ντυμένο ευπρέπεια αφθαρσί­ας, μας αποκαλύπτει η ορθόδοξη εικόνα. Μας ιστορεί την πέρα από την πόρτα του μηδενός κρυμμένη Βασιλεία του Φωτός, όπου σκιές δεν υπάρχουν και όπου η προοπτική, σεβόμενη την επιφάνεια, ανοί­γεται στο άπειρο. Πόσο είναι συναρπαστι­κές οι παράλληλες που, ξεκινώντας από την καρδιά μας, ανοίγονται και προεκτεί­νονται στο άπειρο πάνω στην επιφάνεια της σανίδος, κάτω από την κάθετο του Θεού. Κοχύλι είναι η Παναγία. Κοχύλι, Μήτηρ της Εικόνος. Οι βυζαντινοί αγιογράφοι χρησιμοποιούσαν το κοχύλι (το γόνιμο μηδέν) για να ανακατεύουν μέσα του το κίτρινο του αυγού με τα διάφορα χρώματά τους»


Εκ του συστάδην πολλαπλές αναγνώσεις του ποιητικού λόγου του Τάκη Συρέλλη 

Όσοι με γνωρίζουν θα ξέρουν ό,τι όταν προσκαλούμαι να παρουσιάσω ένα βιβλίο, αποφεύγω όπως ο διάβολος το λιβάνι, να μιλώ ως κάποιος «ειδικός». Κι αυτό γιατί οι «ειδικοί», ως επαγγελματίες του είδους γύρω από τα νεοεκδιδόμενα βιβλία, μου είναι – μάλλον - αδιάφοροι. Ας μου συγχωρέσουν τον όρο «αδιάφοροι», αλλά αυτό σχεδόν γίνεται πάντοτε: ετούτοι οι «ειδικοί», γνωρίζουν όπως θέλουν να λένε - ή τουλάχιστον έτσι διατείνονται - όλα όσα γίνονται και συντελούνται γύρω από ένα βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε. Σ’ αυτή την παγίδα αλλιώς, ως συνήθως, κυρίως πέφτουν ουκ ολίγοι από δαύτους. Κι όταν, μάλιστα, προσκαλούνται να βιβλιο-παρουσιάσουν ποιητικό λόγο, το μόνο που πολλές φορές καταφέρνουν είναι να πέφτουν σε ακόμη μια παγίδα: δικαιολογούν την ύπαρξή τους στο πάνελ, με εκείνη την άμετρη ερμηνεία των ποιημάτων ενός ποιητή, δηλαδή, το γνωστό σλόγκαν που εδώ και δεκαετίες ακούγεται στις σχολικές αίθουσες: «τι θέλει να πει ο ποιητής;» Λες και οι ποιητές πάσχουν από εκφραστική ανεπάρκεια και χρειάζονται οι «ειδικοί» για να εξηγούν τι θέλει να πει ο ποιητής. Τέλος πάντως, αυτό είναι ένα μεγάλο κατ’ εμέ πρόβλημα, και κάποια στιγμή οφείλουμε σοβαρά να το συζητήσουμε. Όμως… «η ποίηση είναι η πολυέξοδη, η δαπανηρότερη ματαιότητα, που όμως όλο και πιο δύσκολα πείθει ότι δεν είναι ανέξοδη και ελαφρόκαρδη. Είναι η φωνή που ανταρτεύει κι αφήνει πίσω της κρεουργημένες τις χορδές που την εκπέμπουν. Είναι ό,τι παραμυθητικό απομένει όταν πληθαίνει το μηδέν και δεσπόζει, κι ό,τι περιττεύει όταν υπάρχουν τα πάντα. Η ποίηση είναι ένα τρόπος να κρυσταλλωθεί ο χρόνος και να κερδηθεί· μια πράξη δολιοφθοράς των ορίων, του πεπερασμένου, του βέβαιου τέλους· μια διαρκώς ατελεύτητη δοκιμή επανάκτησης του πλήρους λόγου. Η ποίηση είναι αυτό που συνεχώς ξεφεύγει ανυπότακτο και συνεχώς αυτοκαταργείται παράφορο (κι εδώ βρίσκεται η καταγωγή τού ολονέν εντονότερου πικρόχολου αυτοσχολιασμού της)»[2]. 
Ενάντια, λοιπόν, στην παγίδα «τι θέλει να πει ο ποιητής;» προσκλήθηκα εδώ με διάθεση όχι να παρουσιάσω το βιβλίο του Τάκη Συρέλλη, αλλά να ομιλήσω γι’ αυτό. Όχι, όμως, με ατάκες. Αλλά θεωρώντας τον ποιητικό λόγο του μια σταγόνα, σαν αυτές που καθημερινά τινάζονται σ’ όλες τις πέτρες των νησιών του Αιγαίου Πελάγους, όπως ακριβώς τις ορίζει ο Τάκης Συρέλλης στο ποίημά του «Πέτρα του Αιγαίου»[3], νοηματοδοτώντας με αυτόν τον τρόπο τη βιοτή μας άλλοτε με πόνο και θλίψη κι άλλοτε με αγάπη κι έγνοια για την ομορφιά. Συνεπώς, προτιμώ να ομιλήσω όχι ως «ειδικός», αλλά ως φίλος της ποίησης και των ποιημάτων του Τάκη Συρέλλη. 
Η κριτική για την ποίηση του Τάκη Συρέλλη, μέχρι σήμερα στάθηκε γενναιόδωρη. Αναφέρω τον τελευταίο έπαινο που έγραψε ο Κωνσταντίνος Κορίδης, διευθυντής των εκδόσεων Ιωλκός, με τη βιβλιοκριτική του στο περιοδικό fractal· η γεωμετρία των ιδεών, τον εφετινό Απρίλιο, όπου και η ορθή αποτίμηση ό,τι ο Τάκης Συρέλλης: «γράφει για να ζει. Ζει για να γράφει»
Στο αχανές τοπίο της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, το οποίο σε κάποιες περιπτώσεις ποιητών, αντί για διέξοδο ποικιλοτρόπως προσφέρει αδιέξοδο· ομιλώ για εκείνους που δεν χάνουν την ευκαιρία να κάμουν τη δυστυχία τού βίου τους ποίηση - ο Τάκης Συρέλλης φαίνεται να μην ανήκει σ’ αυτή την ομάδα. Με τα ποιήματά του καημό[4] και επιθυμία υφαίνει. Δίχως έπαρση, εξομολογείται[5]. 
Το επί 4 του Τάκη Συρέλλη είναι συλλογή ποιημάτων παλαιότερων και νεότερων, «καινούργιων» όπως ο ίδιος τα ονοματίζει. Πρόκειται για τη συνολική ποιητική του παραγωγή, η οποία μπορούμε να πούμε ότι συνιστά μια επιτομή της σχέσης της ποίησής του με τις διάφορες εποχές που έχει γράψει τα ποιήματά του. Από τα πρώτα ποιήματά του, που περιλαμβάνονται στο 1999 εκδιδόμενο βιβλίο Ήχοι πλάγιοι, μέχρι Τα καινούργια, η εμμονή τού ποιητή στο βίωμα, στην αποτύπωση της ζωής σε ποιητικό λόγο, δείχνει ό,τι αυτό που στην ποίηση ονομάζουμε υπαρξιακή αγωνία αποκρυσταλλώνεται σ’ όλα τα ποιήματά του, ως ποίηση ερωτική[6], ποίηση απόγνωσης[7], ποίηση μοναξιάς[8], ποίηση ελπίδας[9], ποίηση που διψά για ουρανό[10], όπως γράφει κι ο Μίλτος Σαχτούρης[11]. 
Υλικό των ποιημάτων του Τάκη Συρέλλη είναι η γλώσσα. Και στη μέχρι τούδε ποιητική πορεία του, καθώς φαίνεται, την κατέχει πολύ καλά. Αλλά δεν επιδίδεται σε καμιά ρητορεία. Αντιθέτως παραμένει καίριος ο ποιητικός του λόγος: τεχνουργεί στίχους με φειδώ, περίσκεψη και με μαεστρία τούς κάμει αισθητούς στον αναγνώστη που αγαπά και διαβάζει ποίηση. 
Κατά τον ίδιο τον ποιητή Τάκη Συρέλλη, ο έρωτας και η αγάπη, στην ολότητά τους, κι όχι διχοτομημένα υπαρξιακά μεγέθη του ανθρώπου, όπως πολλοί άγευστοι και αμύητοι στον έρωτα και την αγάπη συχνά πυκνά τα βιώνουν, διαφαίνονται σε δέκα ποιήματα της παρουσιαζόμενης εδώ απόψε ποιητικής συλλογής. Ο έρωτας και η αγάπη, λοιπόν, ως γυμνό σώμα – εδώ η λέξη σώμα νοηματοδοτεί ολάκερη την ανθρώπινη ύπαρξη· ας ξεφύγουμε, επιτέλους, κάποια στιγμή, από ακόμη μια διχοτόμηση της ανθρώπινης ύπαρξης, σε ξεχωριστό σώμα και ξεχωριστή ψυχή - πρόκειται για προσωπική μέθεξη του ποιητή στον έρωτα και την αγάπη, με συγκλονιστικές εμβιώσεις παρμένες από φωνές βυζαντινές[12], για να χρησιμοποιήσω ακόμη δύο λέξεις κλειδιά του Τάκη Συρέλλη, οι οποίες δείχνουν και την οικείωσή του με τη χριστιανική θεώρηση του έρωτα και της αγάπης, τολμώ να πω ότι είναι μέτοχος μιας «ασκητικής ευαισθησίας» – ο έρωτας και η αγάπη, λοιπόν, ως «αγκάλιασμα», «πέταγμα», «βουή ασμάτων», «θαύμα της όρασης», «πνοή», «ομορφιά της γραφής», «ουράνιο τόξο», «επερχόμενη καταιγίδα» κι «Ανάσταση», εμπνέει τον Τάκη Συρέλλη. Η σημειολογία αυτών των δέκα ποιημάτων του από τη συλλογή Ήχοι πλάγιοι[13] καταδεικνύει ότι η συνειδητή μόνωσή του, καθορίζει και την ποιητική του ταυτότητα, στον τόνο της απόλυτης μοναχικής ερωτικής παράδοσής του «στο θαύμα της όρασης»[14]. 
Ο ποιητής Τάκης Συρέλλης, λειτουργός μιας γλώσσας όπου δονείται σύμπασα η ανθρώπινη ύπαρξη, με νου, ψυχή και σώμα, τόσο στα παλαιότερα όσο και στα νεώτερα, Τα καινούργια ποιήματά του, με συναισθηματική διάχυση σαν «ταξιδευτής του σήμερα», με το νου να πορεύεται ως «όνειρο στο κύμα»[15] επιθυμώντας (σαν τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη;) στο βυθό της θάλασσας να χαθεί και, ταυτόχρονα, στα ύψη να βρεθεί[16]. Ετούτος ο παραδαρμός, μέσα στον αδέκαστο χρόνο, τελικά βιώνεται και τσακίζεται στο χάος[17]. Ποιητικός λόγος, προσφιλής στον ποιητή, που καλεί τον αναγνώστη στον γοητευτικό κόσμο της αινιγματικότητας. 
Οι εκ του συστάδην πολλαπλές, τον τελευταίο καιρό – για να ετοιμάσω την αποψινή ομιλία – αναγνώσεις των ποιημάτων του Τάκη Συρέλλη, ως μη «ειδικού», όπως και στην αρχή ετόνισα, αλλά ως φίλου της ποίησης, με οδήγησαν σε δύο διαπιστώσεις. Η πρώτη παραπέμπει στον γνωστό δοκιμιογράφο και ποιητή Νικόλα Σεβαστάκη, που σ’ ένα δοκίμιο για τη σοφία της εποχής μας, ενώ θεωρεί πως η κοινωνία μας είναι αντιποιητική, δεν διστάζει να πει ότι κάθε ποίημα «ερεθίζει τις δυνατότητες της γλώσσας, τις προκαλεί να εκδηλωθούν λυτρωτικά»[18]. Η δεύτερη διαπίστωση παραπέμπει στην ποιήτρια, φιλόλογο και πανεπιστημιακό Άντεια Φραντζή, η οποία σε μια μικρή μελέτη που έγραψε για τον Μανόλη Αναγνωστάκη, σωστά υποστηρίζει ότι: «θα πρέπει κάποτε ν’ αρχίσουμε να αισθανόμαστε τον κόσμο μας και μέσα από την ακύρωσή του και τους ποιητές να τους αγαπάμε – αν τους αγαπάμε – μέσα από τις πραγματικότητές τους»[19]. Κι αυτή η πραγματικότητα του ποιητή Τάκη Συρέλλη είναι η εξής: όσο κανείς διαβάζει τα ποιήματα του επί 4, σιωπηρά αναγνωρίζει τη στιχουργική ευχέρειά του. Όμως, αναγνωρίζει και κάτι ακόμη: ό,τι χρέος του ποιητή, όταν περατώνει ένα ποίημά του είναι και η προσέγγιση της πεμπτουσίας της ανθρώπινης ύπαρξης, που άλλη δεν είναι από την καρδιά. Με το δικαίωμα του ποιητή να την αγγίζει, να την κάμει να αγαπά την ομορφιά και την αξία που έχει η ζωή. 

[1] Ομιλία που έγινε στην παρουσίαση του βιβλίου του Τάκη Συρέλλη επί 4, στη Δημοτική Πινακοθήκη Μυτιλήνης (Αρχοντικό Χαλίμ Μπέη), την 25η Ιουλίου 2010. Έτερος ομιλητής ήταν ο Γεώργιος Τύρικος – Εργάς, Φιλόλογος και Συγγραφέας. Την εκδήλωση οργάνωσε το βιβλιοπωλείο Book and Art και συντόνισε ο Θεόδωρος Παραδέλλης, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου. 
[2] ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ. (1996). «Η ποίηση σαν δικαίωμα δαπάνης», στο: Ενδεχομένως. Στάσεις στην ελληνική και ξένη τέχνη του λόγου, Αθήνα: Άγρα, σ. 41. 
[3] ΤΑΚΗΣ ΣΥΡΕΛΛΗΣ. (2019). «Πέτρα του Αιγαίου», στο: επί 4. Αθήνα: Παρουσία, σ. 40. 
[4] «Βυζαντινή φωνή», αυτόθι, σ. 10 
[5] «Στις θάλασσες η ρίζα μου είχα», αυτόθι, σ. 55. 
[6] «Ελένη», αυτόθι, σ. 47. 
[7] «Ότι αγαπάς φεύγει νωρίς», αυτόθι, σ. 66. 
[8] «Το ακρογιάλι», αυτόθι, σ. 19. 
[9] «Νέα αρχή», αυτόθι, σ. 72. 
[10] «Δίχως πυξίδα», αυτόθι, σ. 48. 
[11] «[…] μ' ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε κομμάτια γνήσιο ουρανό / κι όλοι τώρα τρέχαν σ' αυτή, λίγοι πηγαίναν στο ψωμί, / όλοι τρέχανε στον μικρόν άγγελο που μοίραζε ουρανό / Ας μη το κρύβουμε διψάμε για ουρανό!». Μίλτος Σαχτούρης, (1996). «Το ψωμί», στο: Ποιήματα (1945-1971), Αθήνα: Κέδρος, σ. 144. 
[12] ΤΑΚΗΣ ΣΥΡΕΛΛΗΣ. «Βυζαντινή φωνή», επί 4, σ. 10. 
[13] Αυτόθι, σσ. 19-29. 
[14] Αυτόθι, σ. 21. 
[15] «Σε ρυθμούς δορυφόρου», αυτόθι, σ. 83. 
[16] «Όνειρο στο κύμα», αυτόθι, 86. 
[17] «Άτιτλο», αυτόθι, σ. 87. 
[18] ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ. (2000). «Το ποίημα δεν έχει απάντηση», στο: Η αλχημεία της ευτυχίας. Δοκίμιο για τη σοφία της εποχής μας. Αθήνα: Πόλις, σ. 89. 
[19] ΑΝΤΕΙΑ ΦΡΑΝΤΖΗ. (1988). Ούτως ή άλλως. Αναγνωστάκης – Εγγονόπουλος – Καχτίτσης – Χατζής. Αθήνα: Πολύπτυχο, σ. 41.

Τρίτη, 6 Αυγούστου 2019

«Στα παλαιά χρόνια το “άκτιστον φως” το έβλεπαν πολλοί άνθρωποι του Θεού»

«Ο Άγιος πριν κατεβεί στο Μοναστήρι ασκήτευε ψηλά στους βράχους, στα Καρούλια, σε μια σπηλιά που για να τη φθάσεις, αν δεν ήσουν αητός ή κιρκινέζι, έπρεπε από παιδί να είσαι μαθημένος στα απόκρημνα ψηλώματα και στις καταραχιές. Εκεί κάθε δέκα, κάθε δεκαπέντε, πήγαινε ένα καλογεράκι να δει αν ζει ο γέρος και να του αφήσει πότε λίγο λαδάκι, πότε λίγο κρασί, ο κόσμος όμως πίστευε πως δεν τα είχε ανάγκη ούτε αυτά, και πως μονάχα ως ένδειξη αγάπης τα δεχότανε. Έμενε μέσα στη σπηλιά ακούνητος και είχε τα μάτια καρφωμένα εμπρός, σε ένα σημείο μυστικό που μόνο εκείνος ήξερε, και έβλεπε το “φως”. Στα παλαιά χρόνια το “άκτιστον φως” το έβλεπαν πολλοί άνθρωποι του Θεού, ήσαν όμως άλλα χρόνια εκείνα· η αμαρτία δεν βασίλευε στον κόσμο όπως στις μέρες μας, οι άνθρωποι ήσαν πιο κοντά τον Πλάστη τους και δεν ήταν παράξενο που μοναστήρια ολόκληρα ήσαν γεμάτα από μοναχούς που έβλεπαν το ”φως”»


ΙΣΜΗΝΗ Β. ΚΑΠΑΝΤΑΗ. (1996). Που πια καιρός… Αθήνα: Εστία, σ. 16. 


Η Μεταμόρφωση, τέλος 14ου αιώνα· Θεοφάνης ο Έλληνας. Πινακοθήκη Τρετιακώφ (Μόσχα). 

Δευτέρα, 5 Αυγούστου 2019

Ανατολής Φως και Διδασκάλου του Γένους επιστολικές διδαχές, φευγαλέες ματιές άκρως επίκαιρες Ευγενίου Γιαννούλη (Ιωαννουλίου) του Αιτωλού· μνήμη 5η του μηνός Αυγούστου

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ 

Προανάκρουσμα 

Γιατί φευγαλέες ματιές οι παρακάτω επιστολικές διδαχές; Ίσως, αναρωτηθεί ο αναγνώστης. Απαντώ: γιατί δεν τις συναντούμε συχνά σήμερα, σπανίζουν. Είναι ειπωμένες από έναν Διδάσκαλο του Γένους και μάλιστα ιερωμένο και άγιο της Εκκλησίας μας, που στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς του 17ου αιώνα στον Οθωμανό κατακτητή, ως «επιφανής και θείος διδάσκαλος / βίου σεμνότητος / και πάσης γνώσεως θείος εκφάντωρ», όπως λέει και το απολυτίκιό του, έχοντας το μοναχικό σχήμα, ενώ έκαμε συνεχή γκέλ με τα επουράνια, όπως άλλωστε έκαμαν και οι βυζαντινοί προπάτορές του, ταυτόχρονα λειτουργούσε και ως άριστος πνευματικός πατέρας. Και λέω γκέλ, χωρίς ελπίζω να παρεξηγηθώ. Βρήκα τη λέξη γραμμένη σ’ ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πριν ολίγα χρόνια, του οποίου ο συγγραφεύς είναι υιός πιστού τέκνου της Εκκλησίας μας, με συγγραφική δράση που παραπέμπει σε βυζαντινούς συγγραφείς. Ομιλώ για τον Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκη, υιό του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη. Αξιοζήλευτη, πράγματι, η δράση και αξιοζήλευτος ο βίος του Διδασκάλου του Γένους, του Ευγενίου Γιαννούλη ή Ιωαννουλίου επί το λογιότερον. 


Ο Ευγένιος Γιαννούλης, ρήτορας και πνευματικός πατέρας του κάλλους, της αγάπης και της παιδείας  

Ο όσιος Ευγένιος Γιαννούλης, υπήρξε μια ιδιαίτερα χαρισματική προσωπικότητα. Ανακηρυχθείς την 1η Ιουλίου 1982 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο άγιος της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας μας ταυτόχρονα υπήρξε κι ένας από τους σημαντικότερους Διδάσκαλους του Γένους μας, αλλά κι ένας διαπρεπής μοναχός και πνευματικός πατέρας. Μολονότι το συγγραφικό του έργο δεν είναι εφάμιλλο άλλων συγχρόνων του λογίων, όπως του διδασκάλού του Θεόφιλου Κορυδαλλέα –εδώ θα ήθελα να υπομνήσω το εξής: κι ετούτος ο λόγιος κληρικός υπήρξε κορυφαία προσωπικότητα, με καλή γνώση του Αριστοτέλη, εξ’ ου και ο ορισμός νεοαριστοτελιστής· δύστροπος όμως χαρακτήρας, στον οποίο ο όσιος Ευγένιος έκαμε υπομονή και πιστά τον διακονούσε - η πυκνή αλληλογραφία του με επιφανείς λογίους της εποχής του, μαρτυρούν έναν πολυδύναμο λόγιο, που ακολούθησε τη μακρόσυρτη πορεία της πατερικής παράδοσης, τοποθετώντας «το διαφωτιστικό του έργο σε άλλη βάση: στην άσκηση, την ταπείνωση, την κάθαρση της καρδιάς, την πατερική σοφία, συνδέοντας έτσι αγιοπατερικά την παιδεία με την εκκλησιαστικότητα», όπως γράφει σε μια μελέτη του ο αγαπητός και σεβαστός καθηγητής πανεπιστημίου παπα-Γιώργης Μεταλληνός, Αν και η προσωπικότητα του οσίου Ευγενίου επαρκώς από την ιστορική και θεολογική επιστήμη έχει μελετηθεί, εκείνο που εδώ αξίζει να τονιστεί είναι το γεγονός ότι έζησε και έδρασε σε μια εποχή όπου ο υπόδουλος Ελληνισμός, συνεχώς βρισκόταν κάτω από την εκβιαστική και πολλές φορές βίαιη επιρροή της προπαγάνδας της Δυτικής Εκκλησίας. Η προσπάθεια της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας να διεισδύσει στον ευρύτερο μεσογειακό χώρο, που τότε βρισκόταν υπό τον οθωμανικό ζυγό, μετά την εμφάνιση της Μεταρρύθμισης και της Αντιμεταρρύθμισης τον 15ο αιώνα, πήρε διαστάσεις κυριολεκτικά μιας ακόμη «άλωσης» του ορθόδοξου πληθυσμού, πνευματικής τούτη τη φορά και όχι με τα όπλα, όπως οι δύο προηγούμενες του 1204 και του 1453, που σήμαιναν και το θάνατο της Βυζαντινής Οικουμένης. Στην άριστα καλά οργανωμένη ιεραποστολική προσπάθεια της Δυτικής Εκκλησίας, υπό το πρόσχημα ότι η υπόδουλη Ορθόδοξη Ανατολική Χριστιανοσύνη, είχε ανάγκες διδαχής και στήριξης στην πίστη, και οι δύο πόλοι (Ρωμαιοκαθολικισμός και Προτεσταντισμός), μέσω πολλαπλών τεχνασμάτων προσηλυτισμού, στόχο είχαν την προσέγγιση ή ακόμη και την ένωση με την Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία. 
Στην υπόγεια διαμάχη της Μεταρρύθμισης και της Αντιμεταρρύθμισης, η Ορθοδοξία βρέθηκε σε μια πρωτοφανή για τον εαυτό της ιστορική και εκκλησιαστική αμηχανία. Πλειάδα Ελλήνων λογίων, οι περισσότεροι ανήκαν στον ανώτερο κλήρο, σπουδασμένοι στη Δύση, προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα αξιοπρεπές μορφωτικό επίπεδο των υπόδουλων Ελλήνων, εκ των πραγμάτων θητεύοντας στις νεωτερικές ουμανιστικές ιδέες της Εσπερίας, εσκεμμένα συμπορεύτηκαν με αυτές, διακινδυνεύοντας ωστόσο πολλές φορές την ορθόδοξη πίστης τους. Οι περιπτώσεις είναι πολλές. Αρκούμε μόνο σε μια. Σ’ αυτή του Κυρίλλου Λουκάρεως, Οικουμενικού Πατριάρχη από το 1620 μέχρι τον μαρτυρικό του θάνατο το 1638 (με μικρά χρονικά διαστήματα εκλέχθηκε πέντε φορές). Στην ηγετική αυτή μορφή, την τόσο πλούσια σε παιδεία και δράση, για μια εικοσαετία σχεδόν, σαρκώθηκε ολάκερο το δράμα του υπόδουλου Ελληνισμού του πρώτου μισού του 17ου αιώνα. Η μέχρι σήμερα θεολογική και ιστορική έρευνα, αποδίδει στον Κύριλλο Λούκαρη εκείνη την τεράστια μάχη να διασωθεί το Γένος από τον ιστορικό αφανισμό του. Ωστόσο, εκείνο που βάρυνε ιδιαίτερα την προσωπικότητά του, ήταν η επίμαχη Ομολογία που εκδόθηκε στη λατινική γλώσσα το 1629 στην Γενεύη. Τούτη και για τους Προτεστάντες και για τους Ρωμαιοκαθολικούς, έγινε το «λάβαρο μια εκπληκτικής σε έκταση και μεθοδικότητα προπαγανδιστικής εκστρατείας» προς την Ορθόδοξη Ανατολή, με κύριο στόχο τον προσηλυτισμό όλων των ορθόδοξων πληθυσμών. Τι ωστόσο συνέβη κι αν πράγματι ο Λούκαρης υπέγραψε την περίφημη Ομολογία, νομίζω ότι η άποψη που θέλει τον μαρτυρικό Οικουμενικό Πατριάρχη να τρέφει μια «συμπάθεια» προς τον Προτεσταντισμό, αλλά να μην «αφίσταται από τη θέση της Ορθοδοξίας», είναι ορθή, γεγονός που ενισχύεται και από το σεβασμό που έτρεφαν προς αυτόν, τον άγιο πια Κύριλλο Λούκαρη, στο σύνολό του ο υπόδουλος Ελληνισμός και πολλοί λόγιοι κληρικοί, όπως ο όσιος Ευγένιος Γιαννούλης που συνέγραψε το βίο και σχετική ακολουθία του. 

Ο Ευγένιος Γιαννούλης ως επιστολογράφος 

Αδιαμφισβήτητο παραμένει το γεγονός ότι τα επιστολικά κείμενα των χρόνων της Τουρκοκρατίας, αποτελούν ένα ιδιότυπο ιστορικό και γραμματειακό τεκμήριο, μέσω του οποίου με ακρίβεια εικονογραφείται η εποχή όπου ζει και δρα ο λόγιος επιστολογράφος συγγραφέας. Στο αχανές και εξαιρετικά πλούσιο επιστολογραφικό υλικό, που είναι διασκορπισμένο σε πολλές βιβλιοθήκες της Ελλάδας και του εξωτερικού, το κατά καιρούς εκδιδόμενο είτε σε συλλογές, είτε μεμονωμένο, μεγάλη μερίδα Ελλήνων λογίων, επάξια συνέχισαν τη βυζαντινή επιστολική παράδοση. Οι επιστολές του οσίου Ευγενίου διακρίνονται για την άριστη ελληνική παιδεία που είχε, αλλά και καλή γνώση του γραμματειακού αυτού είδους, και βέβαια, για το λογοτεχνικό τους ύφος. Ένα μακρύς κατάλογος λογίων που σχετίσθηκαν μαζί του - αναφέρω εδώ ενδεικτικά τον Ιωάννη Καρυόφυλλη, τον Μανολάκη Καστοριανό, τον άγιο Αναστάσιο Γόρδιο, τον Διονύσιο Λαρίσης, τον Νεόφυτο Αδριανουπόλεως, τον Παναγιώτη Νικούσιο, τον Οικουμενικό Πατριάρχη Παρθένιο Δ΄, κ. ά. - με τους οποίους είχε πυκνή αλληλογραφία, αποδεικνύουν πόσο ισχυρή προσωπικότητα ήταν ο όσιος κληρικός των Βραγγιανών Αγράφων, μολονότι διακρινόταν για την ταπεινοφροσύνη του. 
Λέγω ταπεινοφροσύνη παραπέμποντας στα όσα επισημαίνει ο ίδιος σε μια επιστολή του προς τον τότε Επίσκοπο Δημητριάδος, τον Οκτώβριο 1662: «οι μεγάλοι, δεσπότα, θρόνοι και οι λαμπροί και οι πολυπρόσοδοι βαθμοί και τα λοιπά αξιώματα μετά φρονήσεως, αρετής και λόγου οικονομούμενα πολλά τους τοιαύτους ωφέλησεν οικονόμους και σχεδόν ισοθέους πεποίηκε· τους κατά τας αυτών ορέξεις και πεπλανημένας θελήσεις τα της εκκλησίας φθείροντες και τα κοινά ως ίδια ιδιοποιούντας συμβαίνει το εναντίον. Θαρρώ να ήκουσε ποτέ προσευχήν τινός ιερωμένου “Μη με, λέγων παντεπίσκοπε Λόγε, ως ιερωμένον και μυστηρίων αγίων υπηρέτην εξετάσης ή βασανίσης, μήτε να έλθης ποτέ εις κρίσιν μετά του δούλου σου”. Φρόντιζε, δέσποτα, των καλών έργων και προτίμα πάντα των ρεόντων τα μένοντα· γίνου πιστός και φρόνιμος οικονόμος· ευλαβού της επισκοπής το αξίωμα και της ιερωσύνης το ύψος· μνημόνευε αεί των εσχάτων· συλλογίζου την απόδοσιν της οικονομίας και του αρχιποίμενος Χριστού την μέχρι και αργού λόγου εξέτασιν, όστις σου διατηροίη τον βαθμόν επηρείας δαιμονικής εκτός και επιβουλής εχθρών υψηλότερον, μετά δε την εντεύθεν του βίου τούτου απαλλαγήν να την αξιώση της των σωζομένων μερίδος και της χοροστασίας των εκλεκτών· αμήν»
Μελετώντας εδώ και χρόνια επισταμένως ολάκερο το επιστολικό έργο του οσίου Ευγενίου, έχω διαπιστώσει την ασίγαστη ανάγκη αυτού του ευσεβή «πατριάρχη» της ελληνικής παιδείας του 17ου αιώνα για επικοινωνία με ανθρώπους απλούς, αλλά και ανθρώπους των γραμμάτων και της Εκκλησίας. Κι όχι μόνο την επιθυμία του, αλλά και την αγάπη του να ζει και να απολαμβάνει τη ζωή, με μέτρο πάντοτε. Γράφει σε άγνωστο ιερέα: «η αιδεσιμότης σου όμως γνωρίζεις καλά και δεν την λανθάνει πολλά ο λέγων ότι χωρίς τον χριστευλόγητον οίνον δεν ημπορούμεν εις την σωματικήν ετούτην και κατηραμένην ζωήν να ζήσωμεν, όχι δια την ανάγκην μόνον των ιερών μυστηρίων και της πνευματικής και αναιμάκτου θυσίας τα ιερά σύμβολα αλλά και εις χρείαν εδικήν μας και ανθρωπίνην πόρευσιν. Αυτό τοίνυν το χριστευλόγητον παύει τας λύπας, κοιμίζει τους πονηρούς λογισμούς, φέρνει την καλήν καρδίαν, γεννά την χαράν, δυναμώνει τα νεύρα και τονώνει όλας τας σωματικάς δυνάμεις· µας αναγκάζει να πολυλογούμεν και να πλατύνωμεν τας ευχάς και με την αφορμήν να αναφέρνωμεν και τους γονείς μας και να τους θυμούμαστεν συχνά»
Άφησα προτελευταία τη φευγαλέα ματιά μου στο επιστολικό έργο του οσίου Ευγενίου, άκρως επίκαιρη κι αυτή, μιας και ομιλεί για εκπαιδευτικά ζητήματα. Μελετητής του έργου του επισημαίνει ότι «τόσος ήτο ο διδασκαλικός του ζήλος, ώστε όταν καταλαμβανόμενος από το γήρας δεν ημπορούσε να διδάσκη ο ίδιος, “ουκ επαύετο του προτρέπειν τους δυναμένους λόγων αντέχεσθαι”. Μονίμως συνιστούσε να ιδρύουν σχολεία και ν’ ασκούν με αφοσίωσιν το ιερόν λειτούργημα». Ένα παράδειγμα είναι νομίζω ενδεικτικό της αγάπης του οσίου Ευγενίου για την παιδεία. Σε επιστολή του προς τον Μανολάκη Καστοριανό, τον πρώτο Έλληνα έμπορο που συστηματικά δούλεψε για την ίδρυση σχολείων στον τουρκοκρατούμενο Ελληνισμό, τον παρακαλεί να συνδράμει στη λειτουργία αντίστοιχης σχολής στη γενέτειρα, το Αιτωλικό: «ηθέλαμεν και ημείς να συνδράμωμεν με κάποιους χριστιανούς φιλαρέτους άμα μικράν τινα σχολήν εις τι χωρίον της Αιτωλίας προκαθεζόμενον των άλλων, Ανατολικόν λεγόμενον· και τούτο το εκάμαμεν δια να μανθάνουσι γράμματα παιδία τινών πατέρων πτωχών, δια να είναι πρώτον εις δόξαν Χριστού και εις υπηρεσίαν των μυστηρίων της εκκλησίας και εις βοήθειαν μικράν των χριστιανών. Αν είναι γουν ο ορισμός της να ανοίξη πηγήν μικράν εις τοιούτον διψασμένον τόπον, θέλει κάμει πολλά καλόν και θαυμάσιον και εις τον θεόν του ουρανού και της γης ευπρόσδεκτον· ει δε μη γε, ας είναι καλά και ας ευοδούται εις όσα θέλει η παντοδύναμος χάρις του Χριστού η υπερέχουσα πάντα νουν και λογισμόν ανθρώπινον». Ιδρύστε σχολειά έλεγε ο όσιος Ευγένιος, ιδρύστε σχολειά έλεγε κι ένας άλλος άγιος της Εκκλησιάς μας, ο Πατροκοσμάς ο Αιτωλός. 
Θα κλείσω το άρθρο μου με ένα μικρό απόσπασμα από μια επιστολή του οσίου Ευγενίου. Δεν θα χρειαστεί σχολιασμό. Και αυτό είναι λίαν επίκαιρο. Περιγράφει την εποχή του, αλλά δίνει και τον αντίστοιχο τόνο στη δική μας. Σταράτα λόγια προς κάποιον λογιώτατον Αλέξανδρο: «πολλοί πανταχού οι χειμώνες, ασύγκριτα, λογιώτατε τα ναυάγια· εν χρω μάλλον αι συμφοραί, εκύκλωσαν ημάς τα κακά ως αι μέλισσαι κηρίον· αν το θείον επινυστάξει, το παν φευ ανατραπήσεται ταις υπέρ λόγον εισφοραίς και ταις βαρείαις εισπράξεσιν. Η καταδρομή των φορολόγων αδυσώπητος, το υκήκοον επικαλείται τον θάνατον μάλλον ή το ζην»
Από τα όσα εν συντομία παραπάνω ελέχθησαν, άξιο παρατήρησης των επιστολικών κειμένων του οσίου Ευγενίου είναι το γεγονός ότι αυτά υπήρξαν ένα βασικότατο κάτοπτρο, μέσω του οποίου αντανακλάται όχι μόνον η προσωπική μορφωτική και επιστημονική του συγκρότηση, αλλά και το πολύπλευρο εκπαιδευτικό και κοινωνικό του έργο, γεγονός που τον κατέστησε ως έναν από τους σημαντικότερους Διδασκάλους του Γένους. Κι όχι μόνον, αντανακλάται και το ιερατικό του έργο. Ιδού πως: «μη γένοιτο Χριστέ, και Χριστού κράτος, να ολισθήσω εγώ ποτέ εις τοσαύτην ηλιθιότητα και απάνθρωπον κακίαν να ρίψω εις τον βυθόν της λήθης την ακαπήλευτον φιλίαν της σης αιδεσιμότητος, το άδολον, το φιλάνθρωπον, το επιεικές, το ήμερον, το προσηνές, το απλούν, το άκακον και τα άλλα όσα είναι της φιλίας συστατικά και τον αληθή χαρακτηρίζει φίλον και Θεού άνθρωπον». Ο αποδέκτης αυτών των γραφομένων ήταν ο τότε Άρτης Χριστόδουλος. Κι αυτό, ακόμη μια φευγαλέα ματιά, άκρως επίκαιρη, Ανατολής Φως.