Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2019

Μακρυγιάννη... βίος

«Το ανελέητο της ζωής των Ελλήνων υπό οθωμανική κυριαρχία, και η επακόλουθη σκληρότητα που έδειχναν οι Έλληνες μεταξύ τους, φανερώνεται στα “Απομνημονεύματα” του στρατηγού Μακρυγιάννη, ενός από τους ήρωες του πολέμου της ανεξαρτησίας και, ίσως, του βασικού οργανωτή της επιτυχημένης εξέγερσης, κατά του αυταρχικού καθεστώτος του Όθωνος, του πρώτου βασιλέως του Βασιλείου της Ελλάδος το 1843.
Ο Μακρυγιάννης γεννήθηκε από φτωχούς γονείς στο χωριό Αβορίτη της περιοχής Λιδωρικίου, που βρίσκεται στα βουνά της ανατολικής Αιτωλίας. Όταν ήταν παιδί, το χωριό κτυπήθηκε από ανθρώπους του Αλή Πασά· τρεις άνθρωποι, μαζί και ο πατέρας του Μακρυγιάννη, σκοτώθηκαν στο σπίτι της οικογένειάς του· και οι επιζήσαντες χωρικοί γλίτωσαν τη ζωή τους φεύγοντας από τη Λειβαδιά. Ο Μακρυγιάννης άρχισε να δουλεύει στην ηλικία επτά χρονών. Το 1811, σε ηλικία δεκατεσσάρων χρονών, βρήκε δουλειά σε ένα καλό εργοδότη στην Άρτα. Εδώ ο Μακρυγιάννης κέρδισε την εμπιστοσύνη των ντόπιων Ελλήνων προεστών και εμπόρων, τους έπεισε να του δανείσουν χρήματα, αυτός τα ξαναδάνεισε στους αγρότες, αγόρασε σιτηρά πριν από τη σοδειά και τα πούλησε στη διάρκεια λιμού τέσσερις φορές πιο πάνω από την αξία που είχε πληρώσει για να τα αγοράσει. Την εποχή που ξέσπασε η Επανάσταση το 1821, όταν ο Μακρυγιάννης ήταν είκοσι χρονών είχε με τέτοιες μεθόδους συσσωρεύσει, με τέτοια μέσα, μια περιουσία σαράντα χιλιάδων γροσίων. Το μόνο σχόλιο που κάνει ο Μακρυγιάννης για τις οικονομικές του δραστηριότητες είναι ότι κέρδισε τόσα χρήματα όσα ήθελε, ότι έγινε οικονομικά ανεξάρτητος και ότι έκανε πολλούς φίλους[1].
Το 1821 ο Μακρυγιάννης μετέθεσε τα ενδιαφέροντά του από την απόκτηση χρημάτων στον πόλεμο και στην πολιτική. Δεν τον πείραζε να χάσει την περιουσία που είχε συγκεντρώσει· στην Επανάσταση έφθασε να γίνει στρατηγός· μετά την επίτευξη της ανεξαρτησίας ήταν ο βασικός υποκινητής στην επανάσταση του 1843 και το 1864, πέθανε φημισμένος και αξιοσέβαστος, αλλά όχι πλούσιος…
[…] Ο Μακρυγιάννης άρχισε να γράφει τα Απομνημονεύματά του το 1829, όταν ήταν 32 χρονών και είχε ήδη γίνει εξέχον μέλος της δημόσιας ζωής του υπό σύστασιν ελληνικού εθνικού κράτους. Δεν παρακινήθηκε από κάποιον άλλον να καταγράψει τις εμπειρίες του· το έκανε αυθόρμητα. Δεν υπαγόρευε, έγραφε τα Απομνημονεύματά του ο ίδιος. Η γλώσσα του, όπως αυτός την έγραφε, κρατήθηκε ομοιόμορφη για μια μακρά χρονική περίοδο – από το 1829 έως το 1850 – στη διάρκεια της οποίας έγραφε. Έγραφε χωρίς καμιά επιτήδευση, ποτέ δεν συνέβη ο Μακρυγιάννης να “εξελληνίσει” τη γλώσσα του ηθελημένα, με τον τρόπο που υποδείκνυε ο Κοραής. Και όμως η δημοτική του Μακρυγιάννη δεν είναι η γλώσσα που θα χρησιμοποιούσε αν η Επανάσταση δεν τον είχε φέρει από την παραδοσιακή ζωή του Ρουμελιώτη αγρότη στις δημόσιες υποθέσεις ενός εθνικού – στην πραγματικότητα διεθνούς – στίβου».

[1] «Απόκτησα ό,τι ήθελα και δεν είχα την ανάγκη αλλουνού· έκατζα εις Άρτα ως δέκα χρόνια, έκαμα πολλούς φίλους», Απομνημονεύματα, Αθήνα 1907, τ. Β΄, σ. 13.


ARNOLD TOYNBEE. (1992). Οι Έλληνες και οι κληρονομιές τους, μτφρ. Νίκος Γιανναδάκης. Αθήνα: Καρδαμίτσα, σσ. 281-282, 337. 

1 σχόλιο:

  1. Αναμφισβήτητα ο Arnold Toynbee υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς του 20ου αιώνα. Στο εδώ απόσπασμα, σύντομα και με σαφήνεια, ο Άγγλος ιστορικός, καταγράφει τη διαδρομή του στρατηγού της Επανάστασης του 1821 Μακρυγιάννη, από τα νεανικά χρόνια μέχρι και το θάνατό του. Γεγονός είναι ότι η γλώσσα που έγραφε ο Μακρυγιάννης ήταν η απλή ελληνική, βαθιά ριζωμένη στη λαϊκή παράδοση που θεμελίωνε τον Ελληνισμό στην Ορθοδοξία. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, πως ζητήματα πατρίδας και πίστης, για τον Μακρυγιάννη ήταν μια αδιαίρετη πραγματικότητα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή