Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ
Ένα νέο είδος υβριδικών ελληνικών, μεταξύ γραπτής και προφορικής γλώσσας, έχει γίνει το εργαλείο επικοινωνίας στις εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του; Γλωσσολόγοι αναλύουν στην «Κ»
Αν θες πάμε αύριο για καφέ μετά τη δουλειά αν δεν μπορείς δεν πειράζει μπορούμε και κάποια άλλη μέρα.
Τριαντάρης στέλνει το ελαφρώς συνεσταλμένο μήνυμά του μέσω δημοφιλούς σοσιαλμιντιακής πλατφόρμας σε (περίπου) συνομήλική του που γνώρισε προ ημερών κατά τη διάρκεια βραδινής εξόδου σε κλαμπ της μόδας στην παραλιακή. Η τελεία στο τέλος της πρότασης είναι δική μας εφεύρεση για να μην κατακλυστεί το τηλεφωνικό κέντρο της εφημερίδας με τηλεφωνήματα αγανακτισμένων αναγνωστών. Ας τους ενημερώσουμε προκαταβολικά ότι στα ψηφιακά ελληνικά η χρήση τελείας είναι εντελώς ντεμοντέ, φανερώνει ενόχληση ή και αγένεια, επομένως αποφεύγεται συστηματικά. Εκτός αν, όπως εξηγήσαμε, θέλετε να τονίσετε τον θυμό και τον εκνευρισμό σας. Η κοπέλα, εφόσον θέλει να κάνει υπερβολικά ξεκάθαρες τις προθέσεις της και να πικάρει τη γνωριμία του Σαββατόβραδου, μπορεί να απαντήσει με ένα δολοφονικό «δυστυχώς δεν θα μπορέσω ούτε την άλλη μέρα.». Είναι μία τελεία που ο νεαρός της ιστορίας μας δεν θα ξεχάσει ποτέ.
Πάντως, αν προσέξατε, η τελεία δεν είναι το μοναδικό σημείο στίξης που έχει εξοβελιστεί από μiα τυχαία πρόταση ψηφιακής επικοινωνίας στην Ελλάδα του 2026. Εξίσου ανεπιθύμητα θεωρούνται και τα κόμματα, οι άλλοτε βασικοί «οδοδείκτες» κατανόησης ακόμα και του πιο απλού κειμένου. Εδώ που τα λέμε, είναι και λίγο άχρηστα – ο νεοπαγής κανόνας θέλει κάθε μήνυμα και διαφορετική πρόταση («απεριόριστα αφού»: εννοείται η άνευ χρέωσης αποστολή μηνυμάτων).
Για τα δευτερεύοντα σημεία στίξης (άνω τελείες, παρενθέσεις, παύλες κ.λπ.) ούτε λόγος· ένα ραντεβού είπαμε να βγάλουμε, όχι να γράψουμε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Τα θαυμαστικά είναι «περίεργα» (υποδηλώνουν «χαμηλό επίπεδο»), το ελληνικό ερωτηματικό (;) έχει αντικατασταθεί πλήρως από το λατινικό (?), ενώ τα αποσιωπητικά έχουν αυτονομηθεί· οι πραγματικοί survivors της παλαιάς γλώσσας των μπούμερ. Ενα μήνυμα με αποσιωπητικά μπορεί να πει τόσο πολλά (συνήθως όχι ευχάριστα) με την παλιομοδίτικη σιωπή τους: «καλά…», «τι μας λες τώρα?…», «σοβαρά τώρα?….», «τι να σου πω…».
Η νέα γλώσσα
Ο αφανισμός των σημείων στίξης είναι μόνο ένα από τα παράπλευρα γνωρίσματα αυτού του γλωσσικού υβριδίου που εκκολάπτεται μπροστά στα μάτια μας – ή, ακριβέστερα, στις οθόνες μας. «Ολόκληρη η γλώσσα των γραπτών μηνυμάτων, είτε αυτά είναι SMS είτε διαλογικού τύπου σε chatbox, πρέπει να θεωρηθεί ένα νέο είδος κειμένου που, λογικά και αναμενόμενα, παρουσιάζει διαφορές από τον παραδοσιακό τρόπο γραφής. Αυτό οφείλεται στο ότι η ψηφιακή επικοινωνία είναι μια νέα, ενδιάμεση μορφή μεταξύ προφορικού και γραπτού λόγου», μας λέει από το Παρίσι η αναπληρώτρια καθηγήτρια Γλωσσολογίας στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου Μαριάννα Κατσογιάννου. «Αυτό το νέο είδος», συνεχίζει, «διαθέτει ταυτόχρονα την αμεσότητα του προφορικού και την αποστασιοποίηση του γραπτού και αναγκαστικά περιέχει στοιχεία από τους προηγούμενους τρόπους έκφρασης, αναμεμειγμένα με αυτά που δημιουργεί η νέα τεχνολογία στην οποία βασίζεται».
Τελεία ίσον επιθετικότητα
Προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσω τα μυστικά της «νέας» γλώσσας, ζητάω τα φώτα της Ηλιάνας, μαθήτριας της Γ΄ Γυμνασίου. Μου ξεκαθαρίζει τα βασικά: «Η τελεία είναι ένδειξη επιθετικότητας», «τα κόμματα δεν τα χρειαζόμαστε, γιατί σπάνια στο ίδιο μήνυμα θα έχουμε δύο προτάσεις μαζί», «οι συντομογραφίες αγγλικών εκφράσεων μας γλιτώνουν χρόνο». Μερικά χαριτωμένα παραδείγματα: BTW (by the way), G2G (got to go), LMK (let me know), TYSM (thank you so much), IMO (in my opinion) κ.λπ. Πρόκειται για μια εντελώς νέα αρχιτεκτονική κειμένου, όπου συνυπάρχουν περίπου τα πάντα. Σε ένα πρόσφατο άρθρο της στο Atlantic, η Αμερικανίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας Τζούντιθ Σούλεβιτς έγραφε –επικαλούμενη τον γιο της– ότι, αντίθετα με την παραδοσιακή στίξη (που οργάνωνε το νόημα του κειμένου και καθοδηγούσε την ανάγνωση), η ψηφιακή στίξη εστιάζει σε διαφορετικές προτεραιότητες, όπως το να δώσει ένταση και να τραβήξει την προσοχή.
Η Αγγελική Αλβανούδη, επίκουρη καθηγήτρια Κοινωνιογλωσσολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, συμφωνεί. «Επειδή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στηρίζονται στην οικονομία της προσοχής, είναι αναμενόμενο να χρησιμοποιούμε ψηφιακές πρακτικές για να τραβήξουμε την προσοχή, π.χ. πολυτροπικά κείμενα, emoticons, memes. Στην ψηφιακή επικοινωνία έχουν δημιουργηθεί νόρμες που συνδέονται με κοινωνικά νοήματα, π.χ. η απουσία στίξης έχει γίνει μια σύμβαση που δείχνει φιλική στάση, χαλαρότητα, ανεπίσημο ύφος, ικανό χρήστη των social media. Ενα πολύ επιμελημένο κείμενο με σημεία στίξης μπορεί να “προδώσει” άτομο μεγαλύτερης ηλικίας ή χωρίς ψηφιακό γραμματισμό ή να κάνει το κείμενο να φανεί πιο επιτηδευμένο. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν έχει μεγάλη σημασία η σωστή χρήση των σημείων στίξης, μάλλον το αντίθετο», τονίζει.
Σε μια άτυπη ξενάγηση στο νέο ψηφιακό γλωσσικό περιβάλλον, η κ. Αλβανούδη επισημαίνει ότι εκεί αξιοποιούμε κυρίως στοιχεία της καθομιλουμένης, εναλλάσσουμε γλώσσες (π.χ. αγγλικά – ελληνικά, κάνω hate, κάνει φλεξ, πάμε next, έφαγε cancel), χρησιμοποιούμε προφορικό, συνομιλιακό ύφος στη γραφή, μη τυπική ορθογραφία, π.χ. απουσία τονισμού και σημείων στίξης, σύντμηση (τεσπα/τέλος πάντων, δξ/δεν ξέρω), επανάληψη γραμμάτων (χμμμμ), Greeklish ή Engreek (χρήση του ελληνικού αλφάβητου για τη γραπτή αναπαράσταση της αγγλικής), ανατρέπουμε ορθογραφικές συμβάσεις, π.χ. συμπεριληπτική ως προς το φύλο κατάληξη @, κάνουμε εκτενή χρήση emoticons/emoji για έκφραση αξιολογικής/συναισθηματικής τοποθέτησης, συνδυάζουμε γλωσσικά μηνύματα με memes (πολυτροπικά κείμενα), χρησιμοποιούμε δάνεια που ενσωματώνονται μορφολογικά στην κοινή νεοελληνική (π.χ. φλεξάρω, φλεξάρισμα, κριντζάρω) και δάνεια που δεν αφομοιώνονται μορφολογικά (π.χ. cunty, icon, αυτό που είπες ήταν φουλ based, beef κ.ά.).
Μια νέα «στίξη»
Στα ψηφιακά ελληνικά, η προφορικότητα επιστρέφει από την πίσω πόρτα – εν προκειμένω μέσα από το ασίγαστο smartphone. Η τεχνολογία επιβάλλει τους όρους της. «Αυτό σημαίνει», συμπληρώνει η κ. Κατσογιάννου, «ότι δεν υπάρχει δυνατότητα να σχεδιαστεί το κείμενο πριν γραφτεί, ούτε να ξαναγραφτεί ή να διορθωθεί σε βάθος. Ετσι, αφενός δίνεται λιγότερη προσοχή στην ποιότητα της γραφής και αφετέρου τα λάθη γίνονται ανεκτά πιο εύκολα».
Για να πλησιάσει ο χρήστης σε ταχύτητα την προφορική γλώσσα, καταφεύγει σε συντομογραφίες και, αφού οι παλαιότερες δεν είναι αρκετές, δημιουργεί νέες ή δανείζεται από τα αγγλικά, παραλείπει γράμματα (κυρίως φωνήεντα), χρησιμοποιεί σύμβολα και ρέμπους (τηλ., γμτ, λ7/λεφτά, τ κνς/τι κάνεις κ.ά.). Μερικά από αυτά είναι κατάλοιπα από την εποχή των περιορισμών σε χαρακτήρες για τα SMS και τις αναρτήσεις σε διάφορα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, άλλα συνδέονται με τις νεότερες γενιές. «Για κάποιον στην ηλικία μου, συντομογραφίες όπως ASL, G2G και TTYL (talk to you later) είναι εντελώς ακατανόητες», τονίζει η κ. Κατσογιάννου.
Παράλληλα, υποστηρίζει, εμφανίζονται στοιχεία που δεν μπορούν να ονομαστούν ακριβώς «στίξη», είναι όμως στην πραγματικότητα μια παραλλαγή της, με την έννοια ότι παίζουν τον ίδιο ρόλο για τη μετάδοση του μηνύματος. «Οπως και η στίξη σε ένα παραδοσιακό γραπτό κείμενο, έχουν στόχο να αποτυπώσουν δεδομένα του προφορικού λόγου, την έκφραση του προσώπου ή τον επιτονισμό: δεν είναι μόνο τα διάφορα emoji αλλά και η ανεξέλεγκτη επανάληψη γραμμάτων (έεεελα! σιγάαααα! τόοοοοσο πολύ), η σιωπή που δηλώνεται με τελείες, η εναλλαγή πεζών-κεφαλαίων (ΧΑΧΑΧΑ αντί για χαχαχα) και τα τζιφάκια (GIF), τα στίκερ που μοιάζουν με τον ίδιο τον ομιλητή, και ενδεχομένως νεότερα μέσα έκφρασης που μάλλον δεν γνωρίζω».
Προφορική εκπαίδευση
Πώς τα βλέπει όλα αυτά ένας άνθρωπος με μακρά θητεία στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση; «Νομίζω ότι αρκετά πριν από τα έξυπνα κινητά, η ίδια η διδασκαλία της γλώσσας στα σχολεία μας άρχισε να δίνει μικρότερη σημασία στους γραμματικούς κανόνες, στην ορθογραφία και στην παραγωγή γραπτού λόγου», λέει στην «Κ» ο Ευθύμης Δημόπουλος. «Η ορθογραφία ήταν ζήτημα ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’90, όμως η νέα προσέγγιση υπαγόρευε μεγαλύτερη ανεκτικότητα προκειμένου να μην αποθαρρυνθούν οι πιο αδύναμοι μαθητές. Τα λάθη δεν διορθώνονταν, κανείς δεν έμενε μετεξεταστέος, όλοι προβιβάζονταν. Σε αυτό το περιβάλλον, η τύχη των σημείων στίξης ήταν πολυτέλεια, καθώς κατολισθήσαμε γρήγορα σε πολύ σοβαρότερα ζητήματα, όπως η απλή ανάγνωση και η ορθογραφία. Για έναν δάσκαλο δημοτικού σήμερα, το να μάθεις σε ένα παιδί πού θα βάλει τελεία δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται».
Η γλωσσολόγος Μαριάννα Κατσογιάννου είναι λιγότερο απαισιόδοξη. «Η διάκριση γραπτού και προφορικού λόγου, που ήταν πιο αυστηρή πριν από την ψηφιακή εποχή, σήμερα έχει υποχωρήσει, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι υπάρχει κάποιος “κίνδυνος” για τη γλώσσα. Τα ίδια ακριβώς βλέπουμε κι εδώ στη Γαλλία. Πρόκειται απλώς για ανάδυση ενός νέου τρόπου μετάδοσης μηνυμάτων, προσαρμοσμένου στο επικοινωνιακό πλαίσιο που έχει προκύψει από την εξέλιξη της τεχνολογίας. Αυτό που χρειάζεται είναι να το αναγνωρίσουμε και να το κατονομάσουμε (ας το πούμε π.χ. συνομιλιακή ή διαδραστική γραφή), γιατί η κατονομασία συντελεί στη συνειδητοποίηση του φαινομένου και μας βοηθάει ώστε να προστατέψουμε τα κεκτημένα χωρίς να αδικήσουμε τα μελλούμενα, που, έτσι κι αλλιώς, θα βρουν τρόπο να επιβληθούν», καταλήγει.
ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου