Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Είκοσι τέσσερα πεζά ποιήματα για τη γυναικεία ταυτότητα


«Μετά τη δικτατορία, οι γυναίκες ήταν αυτές που επέμεναν να κάνουν τον παραλληλισμό ανάμεσα στη λογοκρισία της πατριαρχίας και τη λογοκρισία του αυταρχισμού. Γι’ αυτές η ποίηση εξακολουθούσε να είναι ένα φόρουμ όπου εξερευνά κανείς αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί. Το κέικ (που απαρτίζεται από είκοσι τέσσερα πεζά ποιήματα σε έξι ενότητες) είναι ένα μεταβατικό έργο που σηματοδοτεί το πέρασμα από την ποίηση στην πρόζα. Αποτελεί το πιο απερίφραστα φεμινιστικό έργο της Γαλανάκη μέχρι σήμερα».

KAREN VAN DYCK (Καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Columbia), Η Κασσάνδρα και οι λογοκριτές στην ελληνική ποίηση 1967-1990, Άγρα 2002.

***

Το Κέικ (1980) είναι το μόνο μου έργο που εστιάζεται αποκλειστικά σε μια προσωπική μου ιστορία κι εξαντλείται σ’ αυτή, ενώ συνήθως ο «εαυτός» μου φιλτράρεται στα βιβλία μου μέσα από άλλα πρόσωπα, άλλους χρόνους και άλλες ιστορίες. Αποτελεί το πρώτο άνοιγμα της γραφής μου από τα μικρά επιγραμματικά ποιήματα στην αφηγηματική ποίηση, γραφή στην οποία γράφτηκε δυο χρόνια αργότερα και το Πού ζει ο λύκος;.
Η επανέκδοση του Κέικ συμπίπτει με το κλείσιμο πενήντα (και ενός) χρόνων συνεχούς παρουσίας μου στα γράμματα, από την έκδοση της ποιητικής μου συλλογής Πλην εύχαρις το 1975 · [από το οπισθόφυλο του βιβλίου].

***

«Όταν γεννήσεις, γιατί πάντα θα γεννήσεις· τότε θα κάνεις ένα πιο μεγάλο κέικ να μοσχοβολά. Όταν γεννήσεις και θα το μοιράσεις σε πολλά κομμάτια και πάνω σε κάθε κομμάτι θα υπάρχει ένα κερασάκι. Όταν γεννήσεις· και για να μοιράσεις τέτοιο κέικ θα χρειαστείς ένα μεγάλο· το σπαθί που χάρισες θα χρειαστείς, που το κρατά εκείνο το μπαλάκι του πιγκ πογκ, γιατί έτσι μοιάζει όπως τινάζεται στα ξαφνικά και σε ακολουθεί. Και μοιάζει να σε κυνηγά. Εδώ που στέκεσαι, ένα κομμάτι κέικ αχνιστό εδώ, σ’ αυτό το τρίστρατο· ένα κομμάτι κέικ βουτηγμένο στο δικό σου αίμα γιατί φοβάσαι τη γέννα όπως φοβάσαι τον κυνηγό κι όπως εσκέφτηκες τον άσπρο θάλαμο με φόβο. Ένα καταφύγιο. Σαν ξόρκι. Η νοσταλγία ενός καταφύγιου και αγκαλιάζεις με τα δυο χέρια σου τη μεγάλη σου κοιλιά· βυθίζεσαι στη μήτρα του παλιότερου μύθου· να σε κυοφορήσει, έμβρυο που κυοφορείς έν’ άλλο έμβρυο. Εκεί ευδαίμονη σιωπή και χαραγμένη μόνο από το ξερό τραγούδι της μπάλας του πιγκ πογκ. Έρχεται κατά δω, ξύλινο χελιδόνι πληγωμένο και κάθεται στη φούχτα σου. Το χαϊδεύεις. Το βάζεις φύλακα στα μάγια σου, να ψέλνει ώσπου να ψοφήσει».

ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ. (2026). Το κέικ. Αθήνα: Καστανιώτη, σσ. 29-30.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου