Οὕτω καὶ τῇ γυναικὶ διαλεγόμενος, ὕδωρ καλεῖ τὸ Πνεῦμα˙ «ὃς γὰρ ἂν πίη ἀπὸ τοῦ ὕδατος, οὐ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσει εἰς τὸν αἰῶνα». Οὕτω δὲ τὸ Πνεῦμα καλεῖ, διὰ μέν τῆς τοῦ πυρὸς προσηγορίας, τὸ διεγηγερμένον καὶ θερμὸν τῆς χάριτος καὶ δαπανητικὸν ἁμαρτημάτων αἰνιττόμενος, διὰ δὲ τῆς τοῦ ὕδατος τόν τε καθαρμόν τόν ἐξ αὐτοῦ καὶ τὴν πολὺν παραψυχὴν ταῖς ὑποδεχομέναις αὐτὸ διανοίαις ἐμφῆναι. Εἰκότως. Ὦσπερ γὰρ τινὰ παράδεισον παντοίοις δένδροις κομώντα καρποφόροις τε καὶ ἀειθαλέσιν, οὕτω τὴν πρόθυμον κατασκευάζει ψυχήν, οὔτε ἀθυμίας, οὔτε σατανικῆς συγχωροῦσα ἐπιβουλῆς αἰσθέσθαι, ἄτε ραδίως σβεννῦσα τοῦ Πονηροῦ πάντα τὰ πεπυρωμένα βέλη.
Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία ΛΒ΄. Εἰς Ἰωάννην. ΕΠΕ., τ. 13, σ. 258.
«Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ Σαμαρείτις ἀναγνωρίζεται στὰ λόγια τοῦ Ἰησοῦ, ἡ ὑποβλητικὴ παρουσία του ἀσκεῖ ἐπάνω της ἀκαταμάχητη ἕλξι, τὴν ὁποία ἐκφράζει μὲ ἐρωτήματα γιὰ τὴν ἀληθινὴ πίστι καὶ λατρεία τοῦ Θεοῦ, ἐρωτήματα ποὺ ἴσως οὐδέποτε τὴν ἀπασχόλησαν, ἀλλὰ τώρα τῆς ἐπιτρέπουν νὰ γνωρίση καλύτερα καὶ νὰ πλησιάση αὐτὸν τὸν ἀσυνήθιστο ἄντρα. Εἴτε γιὰ πρόσχημα ἐπρόκειτο εἴτε ὄχι, ἔφεραν ἀποτέλεσμα, διότι ἀπαντῶντας ὁ Ἰησοῦς ἔφτασε στὴν αὐτοφανέρωσι. Ὅσο ἐκείνη πίστευε τόσο ἐκεῖνος φανερωνόταν, τόσο περιέγραφε τὴν ἀληθινὴ πίστι καὶ λατρεία πρὸς τὸν Θεὸ μὲ ὅρους ἐσωτερικότητος. Μάλιστα μιλεὶ καθαρὰ γιὰ ἕνα καινούργιο χρόνο. Δύο φορὲς τονίζει ὅτι "ἔρχεται ὥρα" (στ. 21 καὶ 23), ἀνοίγει νέα ἐποχή, καὶ τὴν δεύτερη φθάνει σὲ σημεῖο νὰ προσθέση ἕνα κατηγορηματικὸ "καὶ νῦν ἔστιν", "ἦρθε κιόλας", μὴ ἀφήνοντας τὴν παραμικρὴ ἀμφιβολία ὅτι τὸ ἔσχατο βρίσκεται μπροστά μας, εἶναι ἐδῶ καὶ τώρα. Στὴν ἐποχὴ τοῦ ἐσχάτου τώρα καὶ ἐδῶ, ἡ προσκύνησι τοῦ πατρὸς δὲν ἔχει τόπο (πρβλ. Ἀποκαλύψεως 21,22: καὶ ναὸν οὐκ εἶδον ἐν αὐτῇ) ἤ μᾶλλον ἔχει τόπο τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ἀλήθεια (οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσιν τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθεία, στ. 23). Ἦρθε ἡ ὥρα τῆς καρδιακῆς λατρείας, τῆς προσκυνήσεως τοῦ Θεοῦ στὸ ἐσωτερικὸ ἱερό – ἡ ἐποχὴ τῶν τύπων πέρασε. Ὁ τόπος, ὁ τόπος καὶ τὸ ἀκάθαρτο μέλλον τῆς σωτηρίας δὲν ἰσχύουν πιά. Τώρα εἶναι ὁ καιρός, τώρα ἡ ὥρα! Παρὸν καὶ μέλλον συμπίπτουν στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ, ὄχι πλέον εἰς βάρος ἀλλὰ πρὸς ὄφελος τῆς ζωῆς. Καιρὸς δὲν εἶναι τὸ πλήρωμα τοῦ φυσικοῦ ἐκτὸς μας χρόνου, εἶναι σύμπας ὁ χρόνος μέσα μας, ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ὡς ἄνθρωποι φέρουμε τὴν ἀλήθεια στὸν κόσμο. Τέτοιους θέλει ὁ Θεὸς νὰ τὸν λατρεύουν, ἔτσι ζητεῖ νὰ τὸν συναντήσουμε (καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν, στ. 23). Δηλαδὴ σὲ ἄλλο, μεταμορφωτικὸ χῶρο καὶ χρόνο. Ὅπως στὴν ἱστορία μας ἡ συνάντησι δὲν ἔγινε στὴν Ἱερουσαλήμ, ἀλλὰ στὴν Σαμάρεια, καὶ ὄχι μιὰν ὥρα ποὺ ὁ ἥλιος ἀφήνει σκιές, ἀλλὰ καταμεσήμερο. Ὁ Θεός-πνεῦμα ἐδῶ δὲν σημαίνει τὴν ἄϋλη πραγματικότητα, ὅπως θέλει τὸ συναξάρι τῆς γιορτῆς (σ. 112 του Πεντηκοσταρίου: ὁ Θεὸς ἄϋλός έστι), σὰν νὰ τὸν προσδιώριζε ὁ Ἰησοῦς κατὰ τὴν μεταφυσική του οὐσία· ὁ Θεός-πνεῦμα περιγράφει τὴν μεταμορφωτική του ἐνέργεια στὸν κόσμο καὶ στὴν ἱστορία. Γιατί πνεῦμα εἶναι ἡ ἴδια ἡ συνάντησι τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, ὅταν ὁ δεύτερος ἀποκαλύπτεται στὸν πρῶτο, σημαίνει δὲ τὸ ἀλλιῶς στὸ ὁποῖο περνοῦμε ἐφ’ ὅσον τὸν λατρεύουμε κατὰ τὴν δημιουργικὴ ἀλήθεια ποὺ ἐκφράζει. Ἡ Σαμαρείτις ἀναγνωρίζει στὸ πρόσωπο καὶ τὸν λόγο τοῦ Ἰησοῦ τὸν Μεσσία, αὐτὸν ποὺ κατὰ τὸ Δευτερονόμιο (18, 15-18) λέει καὶ πράττει τὴν ἀλήθειαν (προφήτην ἐκ τῶν ἀδελφῶν σου ὡς ἐμὲ ἀναστήσει σοὶ κύριος ὁ θεός σου, αὐτοῦ ἀκούσεσθε κατὰ πάντα... προφήτην ἀναστήσω αὐτοῖς ἐκ τῶν ἀδελφῶν αὐτῶν ὦσπερ σὲ καὶ δώσω τὸ ρῆμά μου ἐν στόματι αὐτοῦ, καὶ λαλήσει αὐτοῖς καθότι ἂν ἐντείλωμαι αὐτῷ), ὁ δὲ Ἰησοῦς τὸ ἐπιβεβαιώνει αὐτοφανερούμενος μὲ τὸ ἐγὼ εἰμί, ὁ λαλῶν σοι».
ΣΤΕΛΙΟΥ ΡΑΜΦΟΥ. (2006). Τὸ Μυστικὸ τοῦ Ἰησοῦ. Ἀθήνα: Ἁρμός, σσ. 448-449.
Ἡ ἁγία Φωτεινὴ ἡ Σαμαρείτις ἦ καὶ ὡμίλησεν ὁ Χριστὸς ἐν τῷ φρέατι, σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, μαρτύρησε ἐπὶ Νέρωνα (54-68)) μαζὶ μὲ τοὺς πέντε ἀδελφοὺς καὶ τοῦ δύο γιούς της. Ὁ Σωφρόνιος Εὐστρατιάδης ἀπορρίπτει κατηγορηματικὰ ὡς πλασματικὴ τὴν παράδοση αὐτή. Πίσω της ὁ τεχνίτης μὲ τὴν ἀπεικόνιση τῶν τειχῶν δίνει ἱκανὸ βάθος στὴ σύνθεση. Καὶ ἡ παράσταση αὐτή, στὴν ὁποία ξεχωρίζει ἡ γυναικεία χάρη τῆς ἁγίας Φωτεινῆς, ξενίζει ἀνάμεσα στὶς αὐστηρὲς μορφὲς τῶν ἐρημιτῶν, ἀσκητῶν, στυλιτὼν καὶ λοιπὸν μοναχῶν, ποὺ ἱστορεῖ ὁ Πανσέληνος τοῦ Πρωτάτου. ΠΗΓΗ: Ι. Μ. ΧΑΤΖΗΦΩΤΗ. (1995). Μακεδονικὴ Σχολή: Ἡ Σχολή του Πανσέληνου (1290- 1320). Ἀθήνα: Ἐθνικὸ Ἵδρυμα Νεότητος, εἰκ. 49, σ. 220.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου