Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος χαρακτήρισε μία Αυτοκρατορία. Σήμερα, τι ακριβώς θα εορτάσουμε;

Του ΜΑΝΩΛΗ ΒΑΡΔΗ


Η άνοδος του Αρειανισμού στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία επιταχύνθηκε σημαντικά επειδή το κράτος βρήκε στις θέσεις του έναν βολικό σύμμαχο. Η ευελιξία και η προθυμία του Αρειανισμού να συμβιβαστεί με την αυτοκρατορική εξουσία του προσέδωσαν το προνόμιο μιας ασφαλούς και εύκολης λύσης για την κυβέρνηση, η οποία επιθυμούσε να επεκτείνει τον έλεγχό της και σε θέματα πίστης. Αυτή η συμμαχία μεταξύ της ρωμαϊκής εξουσίας και της αίρεσης οδήγησε σε μια συστηματική και ευρεία αντίθεση έναντι της Ορθοδοξίας.
Ο Αρειανισμός τραβούσε ιδιαίτερα την προσοχή των νέων αξιωματούχων της αυλής. Η αντίληψή τους για τον Χριστό ως έναν ουράνιο «αντιπρόσωπο» του Θεού, αντιστοιχούσε τέλεια με την κοσμική πραγματικότητα: ένας ανώτερος αξιωματούχος, που κάθεται στους πρόδρομους του Αυτοκράτορα και ασκεί την εξουσία του σε μια απομακρυσμένη επαρχία, εκπροσωπώντας τον ίδιο τον Κωνστάντιο Β΄ (P. Brown, Ο κόσμος της Ύστερης Αρχαιότητας, 150-750 μ. Χ., μτφρ. Ε. Σταμπόγλη, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1998, σ. 96.)
Με την επιλογή του να υποστηρίξει την αίρεση, ο Κωνστάντιος Β΄ [Ο Κωνστάντιος Β΄ (Flavius Iulius Constantius, 317-361 μ.Χ.) ήταν Ρωμαίος Αυτοκράτορας. Ως γιος του Μέγα Κωνσταντίνου και συναυτοκράτορας μαζί με τα αδέλφια του, κυβέρνησε το ανατολικό τμήμα της Αυτοκρατορίας και, μετά από εμφύλιες συρράξεις, έγινε ο μόνος Αυτοκράτορας για τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του], έδειξε ξεκάθαρα ποιο ήταν το διακύβευμα: ευνοούσε ουσιαστικά τη θεολογική γραμμή των λόγιων απολογητών της προηγούμενης περιόδου, η οποία βρισκόταν σε αντιδιαστολή με το πνευματικό μοντέλο του Μ. Αθανασίου. Το τελευταίο εδράζονταν στον αυξανόμενο θρησκευτικό ενθουσιασμό των μοναχών της Αιγύπτου. Παράλληλα, για τον μέσο επίσκοπο της εποχής του Μεγάλου Κωνσταντίνου, η επικράτηση του Χριστιανισμού συνεπαγόταν κατ’ εξοχήν τη νίκη του αυστηρού μονοθεϊσμού έναντι της πολυθεΐας, μιας πίστης για την οποία οι μάρτυρες είχαν προσφέρει τη ζωή τους στον έναν και ύψιστο Θεό.
Η αυτοκρατορία επιζητούσε την ιδεολογική της ενότητα και ταυτότητα. Η παράδοση της σύγκλησης των Οικουμενικών Συνόδων ξεκίνησε από τους Αυτοκράτορες, καθώς εξυπηρετούσε τον βασικό σκοπό της Εκκλησίας: την «εκκλησιοποίηση», δηλαδή τη μεταμόρφωση ολόκληρου του κόσμου (και κατ’ επέκταση, του κράτους) εν Χριστώ. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, στους πρώτους αιώνες η προεδρία των Συνόδων αναγνωριζόταν τυπικά στον Αυτοκράτορα ή στους αντιπροσώπους του. Ωστόσο, αυτοί ασκούσαν το καθήκον τους μόνο «προς ευκοσμίαν» (Π. Μπούμη, Κανονικόν Δίκαιον, Αθήνα 2002, σ. 182)– δηλαδή, για τον συντονισμό και την ομαλή διεξαγωγή των εργασιών – κατέχοντας μια τιμητική και όχι αποφασιστική θέση.
Σύμφωνα με τον Βλάσιο Φειδά (Εκκλησιαστική Ιστορία Α΄, Αθήναι 1994, σσ. 430-431), ο Μέγας Κωνσταντίνος γνώριζε πολύ καλά ότι το τελευταίο λόγο στις Συνόδους είχε η συνέλευση των επισκόπων και όχι εκείνος, ακολουθώντας το πρότυπο του αυτοκρατορικού «εκκλήτου» (συμβουλευτικού σώματος). Το βάρος της απόφασης έπεφτε στους επισκόπους, που ψήφιζαν είτε με πλειοψηφία είτε ομόφωνα. Ο Φειδάς υποστηρίζει ότι ο Αυτοκράτορας είχε απλώς την αίσθηση ότι «συμμετείχε» στις εργασίες· γι’ αυτό ακριβώς οι πηγές της εποχής αναφέρονται στην «παρουσία» του, και όχι με όρους που θα υπέδειχναν ρόλο προέδρου ή ηγέτη, όπως «προκαθήμενος» ή «προεξάρχων».
Προσοχή όμως! Και αυτό δεν θα πρέπει να το ξεχνάνε οι αντιπρόσωποι των Εκκλησιών που θα «εορτάσουν» μαζί στο Ιζνίκ (Νίκαια) την 1.700η επέτειο της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (325 μ.Χ.), ο Μ. Κωνσταντίνος χαρακτηρίζει τον εαυτό του «Επίσκοπο» των εκτός της Εκκλησίας. Ομολογούν το ίδιο οι πολιτικοί ηγέτες του χριστιανικού κόσμου;
Και τότε, άλλωστε, ο Μ. Κωνσταντίνος δεν ήταν πολύ σχετικός με τα δόγματα. Θυμίζουμε πως μετά τη νικηφόρα είσοδό του στη Νικομήδεια τον Σεπτέμβριο του 324, ο αυτοκράτορας αντιμετώπισε μια άσχημη έκπληξη. Οι ανατολικές επαρχίες βυθίζονταν σε ένα πλήρες σχίσμα, που είχε ξεσπάσει μετά τη ρήξη ανάμεσα στον Άρειο, ιερέα της Αλεξάνδρειας, και στον επίσκοπό του, Αλέξανδρο. Η διαμάχη είχε οδηγήσει σε αμοιβαίους αφορισμούς και είχε διαιρέσει τους πιστούς. Η κατάσταση ανησύχησε τον Αυτοκράτορα, ο οποίος ανέβαλε αμέσως το προγραμματισμένο ταξίδι του στις νέες κτήσεις και παρέμεινε στη Νικομήδεια, αποφασισμένος να αποκαταστήσει την ενότητα με κάθε μέσο.
Σύμφωνα με επίσημες αναφορές, η φωτιά της διχόνοιας είχε ήδη απλωθεί από την Αίγυπτο και τη Λιβύη έως τη Θηβαΐδα και απειλούσε να κατακαύσει κι άλλες επαρχίες. Ωστόσο, αυτό που ο Κωνσταντίνος θεωρούσε πιο θλιβερό, όπως εξέφρασε σε επίσημη επιστολή του, ήταν το γεγονός ότι μια τόσο τεράστια διαμάχη είχε ξεσπάσει από μια φαινομενικά ασήμαντη αιτία. Κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης μεταξύ κληρικών, ο Επίσκοπος Αλέξανδρος είχε θέσει ένα ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία μιας συγκεκριμένης θεολογικής λεπτομέρειας. Ο Άρειος, με αυτό που ο Αυτοκράτορας θεώρησε ως απερισκεψία, απάντησε με μια γνώμη που θα ήταν καλύτερα να είχε κρατήσει για τον εαυτό του. Αυτή η απλή ανταλλαγή αποτέλεσε τη σπίθα που πυροδότησε τον αφορισμό, τη διχόνοια και τον τελικό διαχωρισμό του λαού. Η άποψη του Κωνσταντίνου ότι η κρίση προκλήθηκε από ένα «ασήμαντο» ζήτημα αποκαλύπτει την έλλειψη βαθιάς θεολογικής κατανόησής του, χαρακτηρίζοντάς τον ως άπειρο σε τέτοια ζητήματα (I. Ortiz de Urbina, Nicée et Constantinople. Histoire des Conciles Oecuméniques (G. Dumeige). Paris: Editions de l’ Orlante, 1963, σ. 23).

ΠΗΓΗ: manolisgvardis

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου