Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2024

Finis Finis: Στοχασμοί και στεναγμοί, κεράκι στην έξοδο του Χρήστου Γιανναρά

Του ΘΑΝΑΣΗ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ


«Τὸ μὲν ἐπιτιμᾷν οὐ μέγα· ῥᾷστον γὰρ, καὶ τοῦ βουλομένου παντός.
Τὸ δὲ ἀντεισάγειν τὴν ἑαυτοῦ γνώμην, ἀνδρὸς εὐσεβοῦς καὶ νοῦν ἔχοντος».
«Το να επιπλήττουμε δεν είναι σπουδαίο πράγμα. Είναι πανεύκολο
και μπορεί να το κάνει όποιος θέλει. Αλλά το να αντιπαραθέτει κάποιος την άποψή του, είναι χαρακτηριστικό ανθρώπου και ευσεβούς και μυαλωμένου».

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Λόγος κθ’.
Λόγος θεολογικός τρίτος περί Υιού, PG 36, 73Α.

Εδώ και χρόνια το τελείωμα κάθε καλοκαιριού μού επισφραγίζει και μία διάψευση. Κάθε χρόνο περνά το καλοκαίρι δίχως να ʼχω μπορέσει να βρω τον χρόνο που περίμενα ώστε να μαζέψω, να ανοίξω, να ξαναδώ, να τακτοποιήσω το αρχείο μου. Υλικό δεκαετιών πλέον, και πολύ ποικίλων διαδρομών, το οποίο αυγαταίνει κι από πάνω, αφού τα τρεχάματα δεν καταλαγιάζουν…
Προσπάθησα να ανασκαλέψω κάπως το αρχείο μου όταν –λίγο πριν ξεψυχήσει ο Αύγουστος– ήρθε η είδηση θανάτου του εκ των δασκάλων της γενιάς μας Χρήστου Γιανναρά. Ανασκαλεύοντας, προσπάθησα να ψαχουλέψω το δέος που ξαναχτυπά την πόρτα, καθώς μαζεύονται δεκαετίες στην καμπούρα μας, οι απώλειες από ψιχάλα γίνονται πια βροχή και καταλαβαίνεις ότι μιλώντας για τον εκλιπόντα ή την εκλιπούσα στοχάζεσαι όχι μόνο τη δική τους διαδρομή, αλλά και τη δική σου – αφού η ύπαρξή τους και η παρουσία τους συν-έθεσε τους βηματισμούς σου. Η εκδημία του Χρήστου Γιανναρά εύλογα συσχετίστηκε με αυτήν του άλλου μεγάλου, Ιωάννη Ζηζιούλα, ενάμιση χρόνο νωρίτερα (2 Φεβρουαρίου 2023). Στη δική μου αίσθηση σχετίζεται και με άλλες δύο αναχωρήσεις: της Καίτης Χιωτέλλη πριν τέσσερα ολόκληρα χρόνια (30 Ιουνίου 2020) και του Γιάννη Παπαδόπουλου μόλις πριν δυο μήνες (29 Ιουνίου φέτος). Είναι δυο άνθρωποι άλλου διαμετρήματος, που συνδέονταν με τον Γιανναρά προσωπικά, με το εγχείρημα της θεολογίας του ’60 αλλά και με τους ποικίλους δρόμους των κατοπινών δεκαετιών. Ιδίως η σχέση μου με τον Γιάννη Παπαδόπουλο (μεταφραστή του Φλωρόφσκυ το 1972[1], μέλος της συντακτικής επιτροπής της Σύναξης από το 1995 και συνομιλητή του Γιανναρά) εμπλούτιζε την σχετική πληροφόρηση και όξυνε τα κριτήρια – κριτικά και αυτοκριτικά.
Δίχως λοιπόν να έχω κατορθώσει να μπω όσο ήθελα στο αρχείο μου, ανασύρω κάποια πράγματα για τον Χρήστο Γιανναρά, κι ελπίζω σε περισσότερα κάποια άλλη στιγμή. Τώρα που έκλεισε το επίγειο ταξίδι του, χρειαζόμαστε ανασκούμπωμα για ήρεμη, γερή και ειλικρινή δουλειά πάνω σε όσα έχει καταθέσει, αλλά και πάνω σε όσα έχουν γραφτεί γι’ αυτόν[2].
Καθώς στα βιβλία που αγοράζω σημειώνω ημερομηνία απόκτησης (και στη συνέχεια πολλά και διάφορα άλλα), βλέπω ότι το πρώτο βιβλίο του Χρήστου Γιανναρά που διάβασα ήταν το Ορθοδοξία και Δύση: Η θεολογία στην Ελλάδα σήμερα, στην πρώτη του έκδοση, των 174 σελίδων[3]. Το είχα αγοράσει από τον «Γρηγόρη» στις 20 Φεβρουαρίου 1979. Ήμουν 19,5 ετών και φοιτητής Νομικής. Ακολούθησαν τα άλλα του. Βλέπω τώρα μάλιστα (από τις σημειώσεις μου πάνω τους) ότι κάποια τα αγόρασα από την πώληση θεολογικών βιβλίων που οργανώναμε κάθε τόσο στην ενορία του Αγίου Δημητρίου Βύρωνα μια νεανική παρέα, με την οποία είχαμε αναλάβει τα κατηχητικά. Φέρναμε δηλαδή στους ενορίτες βιβλία των συγγραφέων που τότε –στη δεκαετία του 1980– ταρακουνούσαν ελπιδοφόρα και πάσχιζαν να αφαιρέσουν λέπια από τα μάτια. Βλέπω, για παράδειγμα, ότι από εκεί είχα πάρει το Τίμιοι με την Ορθοδοξία[4] το 1981 και τις Κριτικές Παρεμβάσεις[5] το 1983. Ας παρεμβάλω εδώ ότι το 1979 ήταν η χρονιά γνωριμίας μου και με τη σκέψη του Παναγιώτη Νέλλα. Τότε εκδόθηκε το Ζώον Θεούμενόν του, λίγο μετά γνωρίστηκα με τον ίδιο.

[1] π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Το Σώμα του Ζώντος Χριστού. Μία ορθόδοξος ερμηνεία της Εκκλησίας, εκδ. Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1972 [μερική επανέκδοση, στη δημοτική, εκδ. Αρμός, Αθήνα 1999].
[2] Έγραψα στο facebook δύο μέρες μετά την κοίμησή του: «Πολλά πολλών ετών, πολλές συναντήσεις, πολλές αναμετρήσεις, πολλές συμφωνίες και πολλές διαφωνίες, και σεβαστικά και παρρησιασμένα, όλα με νόημα, όλα ως στοίχημα για μαθητεία στα πολύτιμα που μας ξεπερνούν όλους, έχουν φορτωθεί στον νου και στην καρδιά μου από το απόγευμα της 24ης, που έφυγε ο Χρήστος Γιανναράς. Πολλά. Από τα τέλη της δεκαετίας του ʼ70 μέχρι τούτες τις μέρες. Μα δεν το μπόρεσα να βάλω πενιά πριν γίνει ή έστω πριν ανακοινωθεί η κηδεία του[2]. Απομένει δουλειά να γίνει, ή μάλλον να συνεχιστεί… Τι πράμα είναι τούτο το καλοκαίρι, ή μάλλον η τελευταία μιάμιση χρονιά… Φιλοσόφησης αφορμές. Οι κρίσεις που έχουμε επί χρόνια διατυπώσει, φτάνουν μπροστά σε έναν μυστήριο επίλογο, που οι ναρκισσιστές θαρρούν πως αφορά μόνο τους άλλους: την Κρίση. Είτε δηλώνεις ένθεος είτε δηλώνεις άθεος, Κρίση σημαίνει το να λογάς πως δεν είσαι ο αφέντης της τελείας».
[3] Εκδ. Αθηνά (σειρά «Σύνορο»), Αθήνα 1972.
[4] Εκδ. Αστήρ, Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, Αθήνα 1968.
[5] Εκδ. Δόμος, Αθήνα 1983.

Η συνέχεια του άρθρου εδώ: Φρέαρ

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2024

Ο «καρποφόρος» άνθρωπος

Του ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΔΟΥΜΟΥΖΗ – Θεολόγου, MSc Θεολογίας, Κοινωνιολόγου


Την Κυριακή θ’ ακούσουμε στο Ευαγγέλιο την παραβολή του Σπορέως (Λκ. η΄ 5-15). Την γνωρίζουμε όλοι. Ο λόγος του Θεού είναι αυτός που δίνει κατεύθυνση ζωής. Ο σπορέας σπέρνει το θείο λόγο και ανάλογα με τη δεκτικότητα του ανθρώπου, δηλαδή τη διάθεσή του, έχει ανάλογο «καρπό» και ανάλογη έκφραση στη ζωή του. Σίγουρα, όλοι μας θέλουμε να έχουμε στη ζωή μας μια κατεύθυνση και έναν προσανατολισμό. Τα έχει ανάγκη ο άνθρωπος. Όμως, συχνά, λειτουργούμε στα τυφλά. Αγνοούμε το λόγο του Θεού. Ζούμε, ως επί το πλείστον, μ’ έναν μηχανιστικό τρόπο, όπως μας έρθει. Δεν έχουμε άξονα ζωής.
Ένα σφάλμα μας, το οποίο έχει φοβερές προεκτάσεις, είναι ότι δεν μελετούμε το λόγο του Θεού και δεν μας απασχολεί. Προκύπτουν, έτσι, διάφορα ερωτήματα: «Τι κατεύθυνση ζωής έχουμε; Πώς μπορώ να είμαι «πνευματικός άνθρωπος»; Πώς μπορώ να είμαι «χριστιανός», αν δεν ξέρω ποια πορεία ν’ ακολουθήσω;». Γενικά, παρουσιάζουμε μια αδιαφορία απέναντι σ’ αυτό. Βολευόμαστε στις απόψεις μας και δεν ερευνούμε το λόγο του Θεού και δεν «ενεργοποιούμε» την καρδιά μας.
Όμως, οι Πατέρες μάς το τονίζουν: «Η αρχή της αμαρτίας είναι η λήθη». Να ξεχάσουμε γιατί ζούμε και ποιος είναι ο προορισμός μας. Η αμαρτία, ουσιαστικά, είναι υποκατάσταση μιας απουσίας. Μου λείπει ένα νόημα, μου λείπει μια κατεύθυνση ζωής, δεν ξέρω πού πατάω, με αποτέλεσμα να οδηγούμαι στην αμαρτία. Καθημερινά έχουμε τέτοιες προκλήσεις που μας θέτουν το ερώτημα: «Πώς να ζήσω; Ποια επιλογή να κάνω;». Απαντήσεις σ’ όλα αυτά δίνει ο λόγος του Θεού.
Αυτός ο λόγος άλλοτε «καρποφορεί» και άλλοτε όχι. Όπως είπαμε, αυτό εξαρτάται απ’ τη βούληση του ανθρώπου. Αναφέρει ο Χριστός στην παραβολή πως κάποιοι σπόροι πέφτουν στον δρόμο. Αυτό σημαίνει πως ακούνε το λόγο του Θεού οι άνθρωποι, αλλά έρχεται ο διάβολος και τον κλέβει απ’ την καρδιά τους. Έρχονται τα πετεινά του ουρανού και τον παίρνουν.
Υπάρχει κι η άλλη κατηγορία που το έδαφος είναι πετρώδες. Αυτό συμβολίζει πως, ενώ ο άνθρωπος δέχεται στην αρχή το λόγο του Θεού, μετά έρχεται ο πειρασμός και τον κερδίζει. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχουμε αποδεχθεί ποιος είναι η ζωή και ποια είναι η χαρά μας. Στη συνέχεια, υπάρχει κάποια γη που καρποφορεί. Όμως, έρχονται οι μέριμνες και οι ανάγκες της ζωής και μας πνίγουν. Τι σημαίνει «έρχονται οι μέριμνες»; Σημαίνει πως, ενώ μπορεί να είμαστε καλοί χριστιανοί, να αποφεύγουμε τους πειρασμούς, την ίδια στιγμή να έχουμε έναν μέγιστο πειρασμό: Τα υλικά αγαθά. Να είμαστε κολλημένοι στα πράγματα. Η ζωή μας και η καταξίωσή μας να είναι τα κτήματά μας.
Μπορεί να είμαι χριστιανός, να τηρώ την τάξη της Εκκλησίας, αλλά αυτό να είναι ένα παραμύθι. Δεν έχει σημασία τι κάνω εξωτερικά, αλλά τι «κλέβει» την καρδιά μου. Την «έκλεψαν» τα πράγματα, που σημαίνει πως αντικειμενοποιώ τη ζωή μου και για μένα ο Χριστός δεν είναι Πρόσωπο. Είναι ένας ο οποίος θα με επιβραβεύσει ή θα με κατακρίνει. Είναι νόμος και εξουσία ο Χριστός για τον «άνθρωπο των πραγμάτων». Όλες οι σχέσεις αυτού του ανθρώπου είναι υπό αυτό το πρίσμα: Πού έχω κέρδος και πού όφελος. Οι άνθρωποι που τον περιβάλλουν ικανοποιούν την ιδιοτέλειά του. Αυτό είναι μια μάστιγα που υπάρχει και μέσα στην Εκκλησία δυστυχώς. Οι περισσότεροι επενδύουμε στα πράγματα και όχι στο Πρόσωπο του Χριστού και διαμέσου του Χριστού σε κάθε πρόσωπο, σε κάθε αδελφό μας. Έτσι, είμαστε ανίκανοι να συγχωρούμε και να δεχόμαστε τους ανθρώπους στην καρδιά μας.
Μετά, αναφέρει η παραβολή ότι υπάρχει και η γόνιμη γη που καρποφορεί. Ποια είναι η γόνιμη γη; Είναι ο ταπεινός άνθρωπος. Ποιος είναι ο ταπεινός άνθρωπος; Όχι ο κλαψιάρης που κλαίγεται και λέει «πόσο αμαρτωλός είμαι». Ο ταπεινός λέει: «Θέλω τη Ζωή, αλλά δεν την έχω. Δεν μπορώ να πιστέψω στον εαυτό μου ότι θα μου δώσει τη ζωή. Δεν πιστεύω ότι τα πράγματα και οι άνθρωποι θα μου δώσουν τη ζωή. Εσύ είσαι η Ζωή, αλλά με ξεπερνάς». Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο άνθρωπος συντρίβεται απ’ τον πόθο για το Θεό και ταπεινώνεται.
Αυτός ο πόθος ο ανεκπλήρωτος είναι που κάνει τη γη «ταπεινή» και «καρποφόρα». Όσο ο άνθρωπος ταπεινώνεται σ’ αυτόν τον πόθο για το Θεό, σ’ αυτή την εκζήτηση του Θεού, τόσο γίνεται δεκτικός των δωρεών του Θεού και καρποφορεί η γη. Αν δεν έχουμε τη σοφία να το κάνουμε αυτό, είτε γιατί έτσι έχουμε μάθει στη ζωή μας, είτε γιατί έχουμε μέριμνες, πειρασμούς και ηδονές, όπως αναφέρει το ευαγγέλιο, τότε, όλα αυτά μας ξεγελούν. Ο άνθρωπος οδηγείται στη λήθη: Ξεχνάει να μελετά το λόγο του Θεού και να μην τον απασχολεί.
Και πάλι, όμως, η αγάπη του Θεού επιτρέπει τις δυσκολίες και τα προβλήματα, ώστε να μας χαμηλώσει εσωτερικά. Ν’ αρχίσουμε σιγά-σιγά ν’ αποβάλουμε το θόρυβο που μας περιβάλει, ώστε ν’ ακούσουμε επιτέλους τους πόθους της καρδιάς μας που περιφρονήσαμε. Να έρθουμε σ’ επαφή με την καρδιά μας. Να έχουμε ικανότητα να ακούμε το λόγο του Θεού.
Λένε πολλοί άνθρωποι σήμερα: «Δυσκολεύομαι στη σχέση μου και στη ζωή μου. Δεν μπορώ να σχετιστώ με τους ανθρώπους. Δεν μπορώ να συνεννοηθώ με κανέναν. Για ποιο λόγο;». Η απάντηση είναι γιατί δεν ακούμε τον άλλον άνθρωπο. Ακούμε τον εαυτό μας. Μάλιστα, αυτό που ακούμε δεν είναι ο πραγματικός μας εαυτός, είναι η ψευδαίσθηση και η φαντασία του εαυτού μας. Όταν δεν ακούω την πραγματική ανάγκη της καρδιάς μου και την αγάπη του Θεού, τότε, είμαι ανίκανος να σχετιστώ με τους ανθρώπους, είμαι ανίκανος να ακούω. Ταυτόχρονα, ούτε ακούγομαι, γιατί αυτά που λέω είναι ψέματα, φαντασιώσεις και λόγια του αέρα.
Άρα, όλη η κατάσταση και η αλλοίωσή μας προέρχεται απ’ την προσωπική μας σχέση τόσο με το Θεό, όσο και με τον εαυτό μας. Στο βαθμό που δεν ακούνε μόνο τ’ αυτιά μας, αλλά και η καρδιά μας το λόγο του Θεού και μας αλλοιώνει, είμαστε ικανοί ν’ απολαμβάνουμε αυτή τη μακαριότητα της ζωής που μας δίνει ο Χριστός. Κάνοντας αυτό, ξεκινάει για όλους μας η πραγματική και αληθινή ζωή.

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2024

Απρόσωπο Σχολείο

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Από την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς τα συμβάντα στα σχολειά μας είναι πολλά και προκλητικά. Τα διαβάζουμε και αρνούμαστε να υψώσουμε ανάστημα διαμαρτυρίας στα φαντάσματα που καθημερινά βγαίνουν μπροστά μας: συγχωνεύσεις τμημάτων, κατασταλτικά μέτρα, μαθητές που η αγωνία για το μέλλον τους δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν, και γονείς στα κάγκελα, με προκλητικό παρεμβατικό λόγο προς το διδακτικό και παιδαγωγικό έργο των δασκάλων των παιδιών τους. Πρόκειται για ένα εκπαιδευτικό περιβάλλον με πολλές αντιφάσεις. Θα μπορούσε, μάλιστα, κανείς να μιλήσει για ένα κύμα αποδόμησης του σχολείου σε αντίθεση με την αποθέωση του φροντιστηρίου. Μαθητής, ερωτηθείς για το μπάχαλο που συμβαίνει σε ώρα μαθήματος κατεύθυνσης, αν αυτό το συζητά με τους γονείς του στο σπίτι, απαντά ότι ναι, το συζητά και γελάνε όλοι μαζί. Ανάλογο και το επόμενο παράδειγμα: ιδιαίτερο μάθημα 7 έως 8 το πρωί, πριν την έναρξη του ωρολογίου προγράμματος του σχολείου! 
Κι ενώ δάσκαλοι, γονείς και ολάκερη η κοινωνία βλέπουμε αυτό το αδιέξοδο του απρόσωπου σχολείου, που κάποιοι από τις καρέκλες των γραφείων τους χρόνια τώρα σχεδιάζουν και επιβάλλουν, δεν αντιδρούμε. Μέχρι πότε, άραγε, δεν θα βάζουμε τα δάχτυλά μας στον τύπο των ήλων, αναγνωρίζοντας τα τεράστια λάθη που έχουν γίνει και συνεχίζουν να γίνονται στην εκπαίδευση μας;


Ωραίος σελιδοδείκτης των εκδόσεων ΑΓΡΑ

Ποιά γλώσσα μιλάει ο Θεός;


ΠΗΓΗ: @aparchi 

Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος για τον Άλμπερ Αϊνστάιν

«Χρειάζεται να δηλώσομε προκαταβολικά πως εδώ δεν αμφισβητούμε (όπως κάνουν οι άλλοι) καμιά από τις δύο επιλογές, τους δρόμους - οδοί μούναι διζήσιος, όπως θα έλεγε ο Παρμενίδης – ή την παράπλευρη αυτονομία τους, και δεν αποδεχόμαστε την άστοχη διαμάχη ανάμεσα θρησκεία (o altra cosa) και επιστήμη, που έχει τις ρίζες της στον Καθολικισμό και στην Ιερά Εξέταση (καταδίκη του Γαλιλαίου). Βρίσκουμε ολότελα αναχρονιστική την επίθεση της θρησκείας καταπάνω στην επιστήμη όσο και την επίθεση της επιστήμης καταπάνω στη θρησκεία. Και κάθε σχετική αντιδικία, όχι πνευματικά σοβαρή. Η θρησκεία (στροφή προς τα μέσα), στην αυτονομία της, δίνει απαντήσεις οριστικές, ή επιστήμη (στροφή προς τα έξω), στη δικιά της αυτονομία, πλησιάζει μεταβατικά – όχι οριστικά – την αλήθεια της. 
[...] Δεν μπορεί να μην αναφέρει κανένας, από το ανθρώπινο ή γενικό μέρος, τη μεγαλόκαρδη αποστροφή στο Νεύτωνα (1642-1727), το δεύτερο μεγάλο σταθμό στη φυσική επιστήμη – πρώτος μεγάλος σταθμός ο Γαλιλαίος (1564-1642) και τελευταίος μεγάλος σταθμός ο ίδιος ο Αϊνστάιν (1879-1955) στον αιώνα μας – όταν του ζητάει συχώρεση: «Newton verzeih’ mir», για τη θαρραλέα παρέμβαση σε μια παντοδύναμη παράδοση, που μεσουράνησε αδιατάραχτη για τριακόσια περίπου χρόνια, με επιτυχίες μεγάλες, και που ακόμα τώρα («auch jetzt noch») χρησιμεύει για οδηγός στη σφαίρα της άμεσης εμπειρίας. Μιλάμε για την παράδοση της λεγόμενης κλασικής φυσικής, σε αντιπαράθεση με την παράδοση της νεότερης φυσικής, που αρχίζει από τα πρώτα δημοσιεύματα του Αϊνστάιν. Με μια ανώτερη διακριτικότητα, που δεν έχει (όσο ξέρω) προηγούμενο, γυρεύει να περιορίσει τη σημασία τής παρέμβασής του με ευγενικά επιχειρήματα ή μάλλον προσχήματα τέτοιας λογής (μεταφράζω): «Νεύτωνα συχώρεσέ με· βρήκες το μοναδικό δρόμο που, στον καιρό σου, ένας άνθρωπος με ανώτερη σκέψη και δημιουργικότητα μπορούσε να βρει. Οι έννοιες που εσύ δημιούργησες, ακόμα σήμερα οδηγούν τη σκέψη μας στη φυσική, με όλο που ξέρομε τώρα πως πρέπει να αντικατασταθούν με άλλες, περισσότερο απομακρυσμένες από τη σφαίρα της άμεσης εμπειρίας, αν αποβλέπομε σε μια βαθύτερη κατανόηση των σχέσεων που υπάρχουν»
[...] Φαντάζομαι να μη χωράει καμιά αμφιβολία πως για τον πρώτο δρόμο (στροφή προς τα έξω) κορυφαίος εκπρόσωπος στον 20ο αιώνα στάθηκε ο Αϊνστάιν. Παράλληλα, και για να κρατήσομε τις αναλογίες, φαντάζομαι να μη χωράει καμιά αμφιβολία πως για το δεύτερο δρόμο (στροφή προς τα μέσα) κορυφαίος εκπρόσωπος στον 20ο αιώνα στάθηκε ο Γκάντη (1869-1948), ο επιλεγόμενος Μαχάτμα, που θα πει Μεγάθυμος ή Μεγαλόψυχος. Λέω φαντάζομαι, γιατί ποτέ δεν μπορεί να ξέρει κανένας πούθε φυσάει ο άνεμος για πολλούς ανθρώπους. Κοντά στους κορυφαίους αυτούς βλέπω να ακολουθάει πλήθος από γνωστούς, από λιγότερο γνωστούς ή και από ολότελα άγνωστους και ανώνυμους (στη θρησκεία το περισσότερο), που περπάτησαν είτε τον ένα είτε τον άλλο από τους δύο δρόμους, στην επιστήμη, στη φιλοσοφία, στη θρησκεία, στην τέχνη, και για τους οποίους θα μπορούσε να προφέρει κανένας τα δύο πιο δύσκολα, ένα το: ων ουκ ην άξιος ο κόσμος και άλλο ένα το: υμείς έστε το άλας της γης. Θα μπορούσε απαράλλαχτα, όπως για τους δυό κορυφαίους που ανάφερα». 

ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ. (1994). «Τα Αυτοβιογραφικά (Autobiographisches) ενός μεγάλου (1879–1955)», στο: Μελέτες, τ. Β΄. Αθήνα: Δόμος, σσ. 555, 562-563, 598.