Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ
ΤΟ «Γιανγκίνι» ΤΟΥ ‘22: Πώς η λογοτεχνία κατακαίει τα είδωλα του μιλιταρισμού[1]
Αν υπάρχει ένα μέλλον που ο άνθρωπος πρέπει να το καταχτήσει, κι αυτό το μέλλον αφορά την ειρήνη και την ελευθερία, αυτό σίγουρα μπορεί να το βρει όχι μόνο σε δοκίμια αλλά και σε λογοτεχνικές συγγραφές. Δεν χωρά αμφιβολία ότι, πολλοί ευρωπαίοι στοχαστές ως τις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με φλογερά κείμενα καλλιεργούσαν μέσα στα σπλάχνα των ανθρώπων το ιδεώδες της ελευθερίας. Και στον δικό μας λαό, κινήματα και εθνικοί αγώνες, καθ’ όλη τη διάρκεια του μακρύ σε διάρκεια 19ου αιώνα –τον ονομάζω μακρύ γιατί τα ιστορικά γεγονότα ξεκινούν από την Επανάσταση του 1821 και φτάνουν μέχρι την Μικρασιατική Καταστροφή- θρυμμάτισαν και συνέτριψαν τον «Μεγάλο Ασθενή», όπως από την ιστορική επιστήμη χαρακτηρίστηκε η καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία. «Δεσμά αιώνων συντρίφτηκαν» και ξαναβγήκαν στο φως της Ιστορίας, μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν χρόνια μέσα στην ταπεινωτική σκιά του πολέμου και του θανάτου, μαρτυρίες που σήμερα, μέσα σε μια απερίγραπτη ηθική και ιδεολογική σύγχυση, μέσω της λογοτεχνίας δίνουν νόημα στις πανανθρώπινες αξίες της ειρήνης και της ελευθερίας.
Το λογοτέχνημα της Κατερίνας φέρνει στο φως μαρτυρίες από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Παρότι καταγράφει την πορεία προσώπων της οικογένειάς της στη μακρά διάρκεια του χρόνου (Βαλκανικοί Πόλεμοι, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Μικρασιατική Εκστρατεία και Καταστροφή, Γερμανική Κατοχή και Εμφύλιο Πόλεμο –αυτό είναι το ιστορικό φόντο του· οι εποχές όπου δρουν τα πρόσωπα, πραγματικοί αλλά και φανταστικοί χαρακτήρες διαπερνούν όλες τις σελίδες του βιβλίου)- το πρωτόλειο λοιπόν λογοτέχνημα της Κατερίνας καταγράφει με ιστορική ακρίβεια τόπους και γεγονότα των παραπάνω περιόδων και προσώπων, που πρωταγωνίστησαν ενεργά σ’ αυτά. Πρόκειται για τόπους και πρόσωπα γνωστά, αλλά και για πρόσωπα της οικογένειας της συγγραφέως, τα οποία με λογοτεχνική μαστοριά φέρνει στο φως τον βίο και τη δράση τους. Για τα πρόσωπα της οικογένειάς της, η Κατερίνα αξιοποίησε την Προφορική Ιστορία[2], εκείνη δηλαδή τη μέθοδο της ιστορικής έρευνας που, σήμερα, είναι ευρύτατα διαδομένη, διδάσκεται σε πανεπιστημιακές σχολές των κοινωνικών επιστημών και που, αξιοποιώντας τις μαρτυρίες απλών ανθρώπων, καταγράφει και φωτίζει τον καθημερινό βίο τους δίνοντας πλουσιότατο ιστορικό υλικό σ’ έναν άλλο τομέα της ιστορικής επιστήμης, την Τοπική Ιστορία[3]. Η Προφορική Ιστορία είναι Ιστορία «από τα κάτω».
Ιστορία «από τα κάτω» είναι οι πρωταγωνιστές και οι χαρακτήρες του βιβλίου: της Στασούλης, του Αποστόλη, της Κατερίνης, του Γιώργη, του Λευτέρη, της Ζωής, της Πάτρας, της Αντιόπης και του Ανέστη, τους οποίους θα γνωρίσετε διαβάζοντάς το. Πρόκειται για πρόσωπα που ξεπερνούν τους φόβους τους και τολμούν, κι όλα τα καταφέρνουν, καθώς γράφει η Κατερίνα. Όμως, είναι και Ιστορία πολιτικών εξελίξεων, κοινωνικών αναταραχών και επαναστάσεων, κι από τις δύο μεριές του Αιγαίου, είναι τόποι και πρόσωπα, όπως: Σκρα ντι Λέγκεν, Εσκί Σεχίρ, Κιουτάχεια, Αφιόν Καραχισάρ, Τουμλού Μπουρνάρ, Σαλιχλί, Σαγγάριος ποταμός, Κωνσταντινούπολη, Αϊβαλί, Λέρος, Ελευθέριος Βενιζέλος, Βασιλιάς Κωνσταντίνος, Νικόλαος Πλαστήρας, γνωστός με το θρυλικό προσωνύμιο «Μαύρος Καβαλάρης», Ηλίας Βενέζης, Μητροπολίτης Κυδωνιών Γρηγόριος, Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Για όλα αυτά, η Κατερίνα, με ζωντανή λογοτεχνική γλώσσα δεν αφήνει τον αναγνώστη σε ησυχία, τον οδηγεί να διαβάσει το βιβλίο της απνευστί. Να σημειώσω εδώ το εξής: Συγγραφέας και αναγνώστης, η συγγραφέας ο πομπός κι ο αναγνώστης ως δέκτης, μέσα από τα συμφραζόμενα, τα συγκείμενα, τα μηνύματα, τους κώδικες που ο ένας δίνει στον άλλον, δημιουργούν εκείνη την επαφή, την επικοινωνία και την ψυχολογική σύνδεση όπου, κι ο ένας κι ο άλλος, η συγγραφέας όταν γράφει κι ο αναγνώστης όταν διαβάζει δεν επαναπαύονται, αντιθέτως απολαμβάνουν συγκλονιστικές περιγραφές σκηνών και βρίσκονται διαρκώς σε πνευματική ετοιμότητα και απόσταση συνάμα[4]. Η τελευταία, η απόσταση, είναι αυτή που δημιουργεί το σμίξιμο των πραγματικών ιστορικών γεγονότων με τη μυθοπλασία να έχουν μια «εξομολογητική βιωματικότητα» (εδώ η συγγραφέας Κατερίνα) και μια «τεκμηριωμένη επικαιρότητα» (εδώ ο αναγνώστης που διαβάζει και ανακαλεί στη μνήμη του ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα, βάζοντάς τον πολλές φορές στη θέση ανθρώπων που έζησαν μεγάλες ιστορικές κρίσεις και πολέμους. Τρανταχτό παράδειγμα ο Γιώργης, ένας από τους βασικούς ήρωες του βιβλίου, ο οποίος βιώνει την απώλεια, τον ξεριζωμό, τη φιλία, την αλληλεγγύη, τον έρωτα, την αγάπη, τις πολιτικές και κοινωνικές αναταράξεις του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, ένα δηλαδή διαρκές γιαγκίνι, μιας και γιαγκίνι δεν είναι μόνο η φωτιά, αλλά το πάθος και ο έρωτας, ακόμη και η ζέστη που βιώνουν οι ήρωες του πολέμου στα βάθη της Ασίας. Εδώ, η τέχνη της μυθοπλασίας[5] που, με αξιοζήλευτο λογοτεχνικό ύφος, υπηρετεί η Κατερίνα κάνουν τη συνύπαρξη ιστορίας και μύθου να έχουν ιστορικό και λογοτεχνικό κύρος. Της αξίζουν συγχαρητήρια! Μπράβο της! Κι αυτό το λέω όχι για κολακέψω την Κατερίνα. Το λέω διότι πιστεύω ακράδαντα ότι, μέσα από τη νεοελληνική λογοτεχνία, η οποία εξακολουθεί να καταπιάνεται με τη Μικρασιατική Καταστροφή, εκείνο που οφείλουμε να προσέξουμε είναι πόσο μέχρι σήμερα διαρκεί αυτό το τραύμα. Τα πρόσωπα της οικογένειας της Κατερίνας, δεν χωρά αμφιβολία, κουβαλούν πάνω τους το τραύμα της Μικρασιαστικής Καταστροφής, όπως αυτό το προσδιορίζει η Ελληνίδα ψυχολόγος Λίμπυ Τατά Αρσέλ στο βιβλίο της «Με το Διωγμό στην ψυχή: Το τραύμα της Μικρασιατικής Καταστροφής σε τρεις γενιές» (Ελληνικές Εκδόσεις: Αθήνα 2014), βιβλίο πρωτοποριακό και άκρως συγκλονιστικό, σημείο αναφοράς για όσους από εμάς ασχολούμαστε με αφηγήσεις και μαρτυρίες Μικρασιατών απογόνων, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης γενιάς. Το βιβλίο της Κατερίνας είναι η μετάβαση του τραύματος του ’22, στις επόμενες γενιές, ο τρόμος του διωγμού και η απώλεια της πατρίδας, η σκληρότητα της προσφυγιάς και η ταυτότητα τού να είσαι απόγονος ανθρώπων που έζησαν αυτό το τραύμα, είτε εδώ στη Λέσβο είτε στα απέναντι Μικρασιαστικά παράλια, με όνειρο να ζήσουν τη λύτρωση σε χώρους σαν τον Ταξιάρχη του Μανταμάδου, τον «Άγιό τους», όπου «γενιές και γενιές των χωριανών» του Γιώργη κατέθεταν «τα δικά τους θέλω, όλοι του όμως κάτω από την ίδια σκέπη. Ήταν το μέρος εκείνο που όλοι τους έψαχναν την λύτρωση»[6], καταπώς γράφει η Κατερίνα. Είναι το τραύμα που το γιατρεύει (;) ο πανδαμάτωρ χρόνος, «που οι πληγές σιγά–σιγά γιατρεύονται· τις περισσότερες φορές αφήνουν ουλές, πολλές φορές βαθιές, επουλώνονται, όμως, και αιμορραγούν μόνο αν τις ξύσεις»[7]· αυτό ήταν το τραύμα της Κατερίνης στον Μανταμάδο, μετά την καταστροφή.
Η απόβαση της Μεγάλης Ιδέας στη Μικρασία και η Μικρασιαστική Καταστροφή, μέχρι σήμερα, σ’ ό,τι σχετίζεται με τη λογοτεχνία έχουν την τιμητική τους. Το «Γιαγκίνι» της Κατερίνας έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά ανάλογων λογοτεχνημάτων, από τα «Ματωμένα Χώματα» (Κέδρος: Αθήνα 2008) και το «Οι νεκροί περιμένουν» (Ελληνικές Εκδόσεις: Αθήνα 2011) της Διδώς Σωτηρίου, «Το Νούμερο 31328» (Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»: Αθήνα 1972) του Ηλία Βενέζη, η «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» (Κέδρος: Αθήνα 1992) του Στρατή Δούκα, η «Ανατροπή» (Κέδρος: Αθήνα 1998) του Νίκου Θέμελη, το «Καιρός για θαύματα» (Κέδρος: Αθήνα 2005) του Κώστα Ακρίβου, «Το μόνο της ζωής τους ταξίδι» (Μεταίχμιο: Αθήνα 2022) του Ηλία Μαγκλίνη· ο κατάλογος είναι μεγάλος, ενδεικτικά αναφέρω τα παραπάνω μυθιστορήματα.
Τελειώνω με τις εξής βασικές κατ’ εμέ επισημάνσεις, ύστερα από δύο αναγνώσεις που έκανα στο «Γιαγκίνι». Η πρώτη ήταν διάβασμα ενός λογοτεχνικού έργου. Η δεύτερη ήταν για την σημερινή βιβλιοπαρουσίαση, ανάγνωση με προσωπικές αναζητήσεις για ζητήματα ιστορικά, κοινωνικά, ανθρωπολογικά, τα οποία ο αναγνώστης μπορεί να βρει διαβάζοντας το βιβλίο. Ποια είναι αυτά; Απαντώ ευθύς αμέσως.
Το «Γιαγκίνι» είναι αντιμιλιταριστικό λογοτέχνημα. Δεν χωρά αμφιβολία πως, δεν υπάρχει γενιά ανθρώπων που να μην έχει ζήσει πόλεμο. Τον 20ό αιώνα δύο γενιές έζησαν δύο παγκόσμιους πολέμους. Το ίδιο, όπως γνωρίζουμε, συμβαίνει και σήμερα. Στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα και ήδη μαίνονται δύο πόλεμοι, ένας στην Ουκρανία κι άλλος ένας στη Μέση Ανατολή. Ο πόλεμος, λοιπόν, ποτέ δεν έλειψε από την Ιστορία, θα πρέπει να τον παραδεχθούμε «όχι ως προσωρινό, αλλά ως μόνιμο χαρακτηριστικό της ιστορικής ζωής»[8] γράφει σ’ ένα δοκίμιό του ο αξέχαστος Χρήστος Μαλεβίτσης. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι μέσα στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν έπαψαν να υπάρχουν αντιμιλιταριστικά κινήματα και αντιμιλιταριστικές ιδέες. Αυτό που με λογοτεχνική μαεστρία πετυχαίνει η Κατερίνα στο μυθιστόρημά της είναι η ανάδειξη τέτοιων στάσεων ζωής και κινημάτων. Αναφέρω το παράδειγμα του Μπάμπη. Διαβάζω το εξής απόσπασμα και θα νιώσετε το αντιπολεμικό πνεύμα του ήρωα:
«Ο Μπάμπης ένα παλικάρι από το Βόλο, ήταν πολύ ανήσυχος. Τον Φλεβάρη που είχε περάσει και εν όψει της επικείμενης προώθησης του ελληνικού στρατού στη Μ. Ασία διοργανωθήκαν αντιπολεμικά συλλαλητήρια σε πολλές πόλεις της Ελλάδος, σε απάντηση στο φιλοπολεμικό κλίμα που καλλιεργούταν σε ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Μαζί με τα συλλαλητήρια οργανωθήκαν και πολλές απεργίες, οι οποίες είχαν οικονομικά και πολιτικά αιτήματα. Κορύφωση αυτού του αγώνα ήταν η πανεργατική απεργία και η εξέγερση στο Βόλο τον Φλεβάρη του ’21, μαζί με την απεργία των σιδηροδρομικών. Οι φαντάροι διατάχθηκαν να πυροβολήσουν τους εξεγερμένους. Αρνήθηκαν όμως, αποδεικνύοντας την λαϊκή αποδοχή που είχαν τα αντιπολεμικά αιτήματά τους μαζί και με την οκτάωρη εργασία που απαιτούσαν. Οι τριακόσιοι σιδηροδρομικοί που απέργησαν τιμωρήθηκαν όλοι με την επιστράτευσή τους στο μέτωπο. Ένα από αυτούς ήταν και ο Μπάμπης»[9].
Κι όταν ο Μπάμπης δίνει στον Γιώργη την παράνομη εφημερίδα «Φωνή του εργάτη», διαβάζοντάς την ο Γιώργης νιώθει πως, «να που ένας άλλος κόσμος παρουσιαζόταν μπροστά του, ακόμη μια μορφή σκλαβιάς που υπήρχε στις ζωές των ανθρώπων ανέκαθεν και έπρεπε να παλέψουν να την αποτινάξουν κι αυτή»[10].
Δεν χωρά αμφιβολία ότι, αυτές οι θέσεις της Κατερίνας για τον πόλεμο δείχνουν γιατί οι ρίζες κάθε πολέμου, είτε αυτός προέρχεται από το μίσος, την εχθρότητα, είτε από την επιδίωξη εξουσίας, αποσαθρώνονται και τα εξιλαστήρια θύματα, στρατιώτες και άμαχοι, είναι η «αιώνια επανάληψη μιας πλάνης»[11] όπως έλεγε ο Έρμαν Έσσε, όπου ο κόσμος πάντοτε θα είναι ένα σφαγείο, μια κρεατομηχανή, με την ειρήνη και την ελευθερία να είναι μια ουτοπία. Όμως, είναι όμορφο και ωραίο να ζει κανείς με ουτοπίες. Γιατί, ίσως, ρωτήσει κάποιος. «Η ουτοπία είναι στον ορίζοντα», γράφει ο Λατινοαμερικάνος συγγραφέας Εδουάρδο Γκαλεάνο στο βιβλίο του «Οι λέξεις ταξιδεύουν». Και συνεχίζει: «Περπατάω δύο βήματα, μετακινείται δύο βήματα πιο πέρα. Περπατώ δέκα βήματα και ο ορίζοντας τρέχει δέκα βήματα πιο μακριά. Όσο κι αν περπατήσω, δεν θα τον φτάσω ποτέ. Σε τι χρησιμεύει, λοιπόν, η ουτοπία; Χρησιμεύει σε αυτό: στο να μας κάνει να περπατάμε»[12]· «Το παράθυρο της ουτοπίας» τρέφεται από αγώνες και οράματα ανθρώπων που αντιστέκονται όχι μόνο ατομικά, αντιστέκονται κυρίως συλλογικά, παλεύοντας για αλλαγή ετούτο του κόσμου, αντιμάχονται την κοινωνική ανισότητα και αδικία. Στους ήρωες των κεφαλαίων για την «Απελευθέρωση», τον «Στράτο», τον Λευτέρη στη Λιέγη και τα ανθρακωρυχεία της[13], η Κατερίνα περιγράφει την ουτοπία ως ένα ορίζονται που, όσο τον πλησιάζουν οι παραπάνω ήρωες του βιβλίου, αυτός απομακρύνεται, τους δίνει όμως το κίνητρο για να προχωρήσουν μπροστά.
Στο «Γιαγκίνι» ο υποψιασμένος αναγνώστη θα βρει και θα προβληματιστεί πάνω σε ζητήματα που, πολλές φορές, σε πολλούς αναγνώστες είναι αθέατα. Καταγράφω μερικά. Αναμφίβολα η Μικρασιαστική Καταστροφή -τις συνέπειές της, δυστυχώς, πληρώνουμε ακόμη και σήμερα-, για την Ελλάδα στάθηκε το μεγαλύτερο ιστορικό γεγονός του 20ού αιώνα[14]. Ωστόσο, αναρωτηθήκαμε ποτέ ποια είναι η σημασία του «για τους αντίπαλους γείτονές μας, για όσους έβλεπαν τον ήλιο κάθε μέρα να βγαίνει από την άλλη μεριά του βουνού;» Τέσσερεις στίχοι από το ποίημα «Το έπος του πολέμου της Ανεξαρτησίας», που περιλαμβάνεται στο έργο «Ανθρώπινα Τοπία» του Τούρκου ποιητή Ναζίμ Χικμέτ (1902-1963), μας δείχνουν τον τρόπο πως ο καθένας μας μπορεί να «αστρονομίζεται»[15] όπως λέει ο Γιώργος Σέφερης σ’ ένα ποίημά του, την ίδια αγάπη που κι εμείς έχουμε για τα νησιά μας, τα χωριά μας και όλους τους ανθρώπους τους φυσικά. «Σα μια φοράδα / που φτάνει τρέχοντας απ’ την Ασία τη μακρινή, / με τεντωμένο το λαιμό κατά τη θάλασσα, / η χώρα τούτη είναι δικιά μας». Προσέξτε, χρειάζεται να διαβάσουμε πολύ καλά αυτούς τους στίχους –επιμένω πολύ καλά- για να μάθουμε στις επόμενες γενιές πως και άλλοι άνθρωποι αγαπούν την πατρίδα τους, όπως και εμείς βέβαια[16]. Στην ίδια ματιά του Χικμέτ, νομίζω, -επιτρέψτε μου, προσωπική θέση εκφράζω, έτσι το βλέπω- κινείται και η Κατερίνα. Στις τελευταίες δύο σελίδες του βιβλίου της, στη «Λαγκάδα. Αύγουστος 2025», γράφει τα εξής εκπληκτικά:
«Η σκούρα, χοντρή άμμος της, καθαρισμένη αυτή την εποχή από τα πλαστικά που ξεβράζει χωρίς καμιά φειδώ η απέναντι ακτή -μοναδική αταξία- μαζί με τα ξύλα και τα φύκια, και τα στρογγυλεμένα, πολύχρωμα βοτσαλάκια, δημιουργούν μοναδικά σχέδια. Τα νερά, κρυστάλλινα, διάφανα και πεντακάθαρα, αντανακλούν το φως του ήλιου με αποχρώσεις που κυμαίνονται από το βαθύ μπλε ως το τιρκουάζ. Αριστερά και δεξιά οι πλαγιές με τα βράχια και τη βλάστηση από τους ελαιώνες που βουτούν στη θάλασσα και καθρεφτίζονται στα νερά· στη μέση ένα χρυσαφένιο φωτεινό μονοπάτι ενώνει τους δύο αντικατοπτρισμούς. Αυτή η αρμονική ένωση δρα καταλυτικά στην ψυχή της. Η πλάση πάντα δείχνει το δρόμο που θα έπρεπε να πορεύονται οι ζωές των ανθρώπων. Μακάρι να γινόταν ορατός σε όλους. Οι ακτίνες του ήλιου, σαν λιωμένο χρυσάφι, δημιουργούν την αίσθηση ότι χιλιάδες μικρά διαμαντάκια παιχνιδίζουν πάνω στα νερά. Νιώθει την ευλογία στην ψυχή της, ευγνώμων που είναι εκεί και καταφέρνει να ζει τις στιγμές.»Λείπουν οι γενιές των ανθρώπων της, που πορεύτηκαν εκεί. Λείπει και ο “Άγιος Νικόλας”, η όμορφη, γαλάζια βάρκα με τα πλουμιστά πλαϊνά της, που ήταν αραγμένη πάντα εκεί στην ακροθαλασσιά, κομμάτι κι εκείνη αυτού του μεγαλείου.»Το βλέμμα της χάθηκε μακριά στα Μοσχονήσια, εκεί στην απέναντι στεριά. Όμως ο χρόνος είναι μόνο ένας καμβάς πάνω στον οποίο κεντιέται το παρόν…»[17].
Το «Γιαγκίνι» είναι ο προσωπικός πνευματικός κάματος της Κατρίνας, η δική της αναμέτρηση με ιστορικά γεγονότα, μακριά από παραβιάσεις των ιστορικών γεγονότων, είναι η δική της ματιά σ’ αυτά, βγαλμένη μέσα από μαρτυρίες κοντινών της προσώπων, και ταυτόχρονα η αναζήτησή της σε ιστορικές πηγές και βιβλιογραφία για την περίοδο που καταπιάνεται.
Κυρίες και κύριοι, διαβάστε το βιβλίο, αξίζει να το διαβάσουν και τα παιδιά σας, οι μαθητές, που σήμερα βρίσκονται στις τάξεις των σχολείων, που δεν αγαπούν το μάθημα τις Ιστορίας, το βαριούνται και καλά κάνουν, αφού όσοι το διδάσκουμε αρκούμαστε μόνο στο αν οι μαθητές μας θα αποκτήσουν δεξιότητες κι όχι γερό και δημοκρατικό ιστορικό κριτήριο. Οι επόμενες γενιές είναι καταδικασμένες να ματώσουν θανάσιμα και να ρημάξουν, αν δεν τους δώσουμε τις ευκαιρίες να διαβάσουν και ιστορικά λογοτεχνήματα, να γυρίσουν δηλαδή πίσω σε μήτρες κοινές τόπων όπως λόγου χάρη είναι ο Μανταμάδος, με ιστορικά δέντρα, με κλωνιά και περικλώνια, απλωμένα σε οικογενειακές ιστορίες σαν κι αυτή της Κατερίνας.
[1] Ομιλία που έγινε στην παρουσία του βιβλίου της κας Κατερίνας Καραμανώλη, «Γιαγκίνι», το βράδυ της 17ης Αυγούστου 2026, στον φιλόξενο κι όμορφο χώρο της Δημοτικής Πινακοθήκης Μυτιλήνης: Αρχοντικό Χαλίμ Μπέη.
[2] Για την Προφορική Ιστορία βλ. Abrams, Lynn. (2016). Θεωρία Προφορικής Ιστορίας, μτφρ. Λουκάς Ρινόπουλος. Αθήνα: Πλέθρον. Σημαντική και η ιστοσελίδα της Ομάδας Προφορικής Ιστορίας: http://oralhistorygroups.gr/
[3] Για την Τοπική Ιστορία της Λέσβου βλ. Αναγνώστου, Στρατής. (2011). Τοπική Ιστορία. Αναφορές στη Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία της Λέσβου. Μυτιλήνη: Εντελέχεια.
[4] Για τη σχέση του συγγραφέα με τον αναγνώστη βλ. Τζιόβας, Δημήτρης. (1987). «Από το συγγραφέα στον αναγνώστη. Η κρίση του υποκειμένου στη θεωρία της Λογοτεχνίας» και «Η έννοια του αναγνώστη στη θεωρία της Λογοτεχνίας». Στο Μετά την Αισθητική. Θεωρητικές δοκιμές και ερμηνευτικές αναγνώσεις της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Αθήνα: Γνώση, σσ. 197-258.
[5] Για τη μυθοπλασία σημαντικά όσα γράφει ο Τζιόβας, Δημήτρης, «Ο μεταμοντερνισμός και η υπέρβαση της μυθοπλασίας», όπ. π., σσ. 285-300.
[6] Καραμανώλη, Κατερίνα. (2026). Γιαγκίνι. Αθήνα: Ταξιδευτής, σ. 68.
[7] Όπ.π., σ. 211.
[8] Μαλεβίτσης, Χρήστος. (1993). «Ο πόλεμος». Στο Δοκίμια ιδεών. Αθήνα: Δωδώνη, σ. 71.
[9] Καραμανώλη, Κατερίνα., Όπ. π., σ. 79.
[10] Όπ. π., σ. 83.
[11] Για τον πόλεμο και την ειρήνη, μια συλλογή από δοκίμια, άρθρα και επιστολές του Έσσε, γραμμένα μεταξύ του 1914 και 1948, βρίσκονται στη γερμανική έκδοση με τίτλο: «Krieg und Frieden» (Πόλεμος και Ειρήνη). Μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα αποσπάσματα, ο αναγνώστης μπορεί να βρει σε διάφορα περιοδικά· ένα από αυτά είναι το παλιό κλασικό περιοδικό «ελευθερίας και γλώσσας», «φυλλάδιο προβληματισμού της νεότητας», η Ευθύνη, στο τεύχος 40, (1975), το οποίο διηύθυνε ο Κώστας Τσιρόπουλος.
[12] Galeano, Eduardo. (2013). Οι λέξεις ταξιδεύουν με τα χαρακτικά του Jose Borges, μτφρ. Παναγιώτης Σουλτάνης. Αθήνα: Πάπυρος, σ. 299.
[13] Καραμανώλη, Κατερίνα., όπ.π., σσ. 252κ.έ.
[14] Η βιβλιογραφία για τη Μικρασιατική Εκστρατεία και τη Μικρασιατική Καταστροφή είναι μεγάλη. Εδώ, ας μού επιτρέπει ο αναγνώστης να αναφέρω δύο βιβλία του πανεπιστημιακού διδασκάλου μου Αθανασίου Ι. Καραθανάση τα οποία θεωρώ σημαντικά. Τα Μικρασιατικά μου, Εκδόσεις Κυριακίδη ΙΚΕ: Θεσσαλονίκη 2017 & Η Μικρασιατική Εκστρατεία. Εμείς δεν νικηθήκαμεν ποτέ! Εκδόσεις Κ & Μ. Αντ. Σταμούλη: Θεσσαλονίκη 2022.
[15] Σεφέρης, Γιώργος. (2000). «Το ύφος μιας μέρας». Στο Ποιήματα. Αθήνα: ίκαρος, σ. 17.
[16] Τα παραπάνω αποσπάσματα, σε μια καταγραφή του Ζήσιμου Λορεντζάτου. (2009). Collectanea. Αθήνα: Δόμος, σσ. 220-221 [431].
[17] Καραμανώλη, Κατερίνα., όπ.π., σσ. 299-300.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου