Σάββατο 25 Απριλίου 2026

Ο ομηρικός κόσμος στη σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία


ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ. (2025). Χάλκινα κατώφλια. Αθήνα: Πατάκη.

Τα «Χάλκινα κατώφλια» είναι μια αφηγηματική ακροβασία, ένα παράσπιτο, ένα αυθαίρετο κτίσμα στην έπαυλη του ομηρικού κόσμου. Εκεί, ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους του, παρακολουθούμε σε ιδιωτική προβολή τον πόλεμο της Τροίας και την επιστροφή του Οδυσσέα ιστορημένα αλλιώς. Οι βασιλιάδες είναι γυμνοί από το ηρωικό ιδεώδες, οι δούλοι και οι δούλες έχουν φωνή και μάτια, ερμηνεύουν και αναδομούν τον κόσμο της ισχύος και της θεϊκής καταγωγής.
Το μυθιστόρημα είναι η αρχή ενός ακόμη μύθου δίπλα στον κυρίαρχο μύθο. Eξιστορεί τι θα μπορούσε να συμβεί, εάν ένα πρόσωπο, επινοημένο από τον συγγραφέα, παρεισέφρεε στο στρατόπεδο των Αχαιών και με τη σταδιακή επιρροή του άλλαζε τη μοίρα του πολέμου και την πορεία του γυρισμού στην Ιθάκη.
Τα «Χάλκινα κατώφλια» μιλούν για τη γειτνίαση των πολιτισμών, για το χάσμα ανάμεσα στους απόκληρους και την κοσμική και θεϊκή εξουσία, για τη σχέση δούλου και αφέντη, όταν αυτή χάνει τους αρμούς της. Είναι μια φανταστική αφήγηση για τα φουσκωμένα πανιά και τους ανοιχτούς ορίζοντες, για την ιαματική παρουσία της γυναίκας σε έναν κόσμο πλημμυρισμένο από αίμα και χαλκό. Είναι μια καταγγελτική απεικόνιση της κτηνωδίας του πολέμου, ένα σχόλιο για τις τραγικές ορίζουσες της ανθρώπινης μοίρας, αλλά ενίοτε κι ένα μυθιστόρημα φάρσα, αφού οι εξουσίες, συχνά ανοχύρωτες, έλκουν ρινίσματα παρωδίας και σάτιρας· [από το οπισθόφυλλο].

«ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ περνούσε. Ο Χρόνος, αυτός ο άπιαστος θεός χωρίς σώμα, που οι φαφλατάδες Αχαιοί τον έλεγαν Κρόνο, κι όταν ήθελαν να έχουν οπωσδήποτε μια εικόνα του, τον ζωγράφιζαν σαν ένα τέρας με σώμα φιδιού και τρία κεφάλια. Συνοδός η κόρη του, η Ανάγκη, φίδι κι αυτή, μαζί οι δυο τους περιελίσσονταν γύρω απ’ το μεγάλο αυγό του κόσμου» (σ. 151).
«Τα μάτια μου αιχμαλωτίζονται στη φωτιά, την παρατηρώ και σκέφτομαι πως ο χρόνος μου τελειώνει. Για να διηγηθώ όλες τις περιπέτειες του Οδυσσέα, θα χρειάζονται μέρες και νύχτες. Στη δική μου ιστορία ο χρόνος της αφήγησης δε μετράει πια ξέχωρα απ’ αυτόν αφού οι ζωές μας κόλλησαν κι έγιναν σιαμαίες ιστορίες. Μόνο οι αοιδοί θα μας ξεκολλήσουν, θα επιλέξουν στιγμές απ’ τα δικά του κατορθώματα και με τη φόρμιγγα στο χέρι θα γυρνάνε πόλεις και χωριά υμνώντας τα ταξίδια του. Η δική μου ιστορία έγινε λόγια χωρίς μουσική, ούτε γραφή έγινε, γιατί κανείς δεν καταπιάστηκε να τη χαράξει σε κεραμίδια μ’ εκείνα τα σημάδια που μοιάζουν μυγοπόδαρα. Με τη γραφή δε συναντήθηκα, ούτε με τη μουσική, μόνο απήγγειλα τα δικά μου λόγια ως χάρισμα στις Αύρες, τις νύμφες που κρύβονταν πίσω από κάθε φύσημα» (σσ. 207-208).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου