Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2024

Σεπτέμβρης μιας άλλης εποχής...

Ο Τρυγητής

Ο μήνας των σταφυλιών, του μούστου και των κρασιών. Αυτός όμως έχει τʼ όνομα κι άλλος έχει τη χάρη. Κατά τη λαϊκή παράδοση, τη χάρη την έχει ο Φλεβάρης, ο οποίος μάλιστα χάρη σʼ αυτή τη... χάρη του κατάντησε κουτσοφλέβαρος.
Κάποτε, λέει, ο Τρυγητής μάζεψε από τα καλύτερα σταφύλια της σοδειάς ‒μοσχάτα, κέρινα, ροδίτες‒ κι έφτιασε ένα βαρέλι κρασί θαύμα. Το πρόσφερε δώρο σʼ όλα τʼ αδέρφια του ‒τα δώδεκα παιδιά του χρόνου‒ για να το πιούνε όλοι μαζί στην υγειά του. Ο Φλεβάρης ήτανε πονηρότερος απʼ όλα τʼ αδέρφια και πρότεινε, επειδή το βαρέλι ήτανε «κοινό και αδιαίρετο», να το μοιράσουνε. Επειδή όμως δεν είχανε δώδεκα βαρελάκια που χρειάζονταν για το σκοπό αυτό, τους είπε να βάλουνε στην ξύλινη πρόσοψη του βαρελιού ισάριθμες κάνουλες. Ο καθένας τη δική του. «Εγώ τη δική μου θα τη βάλω κάτω κάτω, στον πάτο του βαρελιού, γιατί μʼ αυτούς τους χρόνιους ρευματισμούς που έχω ‒στη δική μου θητεία είναι όλες οι υγρασίες κι οι νοτιάδες‒ δεν μπορώ να σκαρφαλώνω ψηλά να ρουφάω ...».
Το ʼχαψαν το κόλπο οι έντεκα μπουνταλάδες κι έμπηξαν δώδεκα κάνουλες στο βαρέλι. Ο καθένας είχε το κλειδί της δικής του κάνουλας κι όταν γούσταρε θα την άνοιγε για νʼ απολάψει το ξανθό νέκταρ. Ο Φλεβάρης όμως, προτού ακόμα οι άλλοι δοκιμάσουν την κάνουλά τους, πήγε κρυφά και με την κάνουλά του που ήτανε στον πάτο του βαρελιού το άδειασε.
Όταν πήγαν αργότερα τʼ αδέρφια του, τον βρήκαν φέσι στο μεθύσι. Δοκιμάζουν τις κάνουλες και τις βρίσκουνε ξηρές. Τότε κατάλαβαν οι κουτεντέδες το ρεζιλίκι που πάθανε από τον παμπόνηρο αδερφό τους. Ούτε μια σταλιά δεν έμεινε για το δωρητή τον Τρυγητή που το ʼφτιασε με τόσες φροντίδες. Αγανακτισμένοι απʼ αυτό το ανεπάντεχο χνέρι ρίχνονται καταπάνου του φαρσέρ και τον ρέψανε στο ξύλο. Του σπάσανε με τα ρόπαλα και το ʼνα του ποδάρι.
Από τότε κουτσάθηκε και τον βγάλανε Κουτσοφλέβαρο. Θυμάται δε πάντοτε ο φουκαράς αυτό το ξύλο και βάζει τα κλάματα. Γιʼ αυτό οι πιο πολλές μέρες του είναι βροχερές. Από τα πολλά τα κλάματα.
Έτσι την έπαθε ο απονήρευτος τρυγητής με το ωραίο του κρασάκι, που έφτιανε από τα εκλεκτότερα σταφυλάκια του. Από τη συγκομιδή των σταφυλιών ο λαός μας τον ονόμασε Τρυγητή. Γενικεύεται τώρα ο τρύγος κι ετοιμάζονται οι καινούργιοι μούστοι. Το ερυθρωπό νέκταρ είναι η μεγάλη προσδοκία παραγωγών και καταναλωτών.
Με όση ευκολία το παρήγαγε κάποτε ο Ναζωραίος στο γάμο του μικρού χωριού της Παλαιστίνης, της Κανά, με τόσα βάσανα και αγωνίες φθάνει κάθε χρόνο την εποχή αυτή στις κάδες και τα βαρέλια των κρασοπούλων. Αλλά τα βάσανα δεν έχουν ακόμα τελειώσει. Φροντίδες άγρυπνες για το καλό πλύσιμο και το προσεκτικό καθάρισμα των βαρελιών. Ο χημικός θα δώσει τα σκονάκια του για τη συντήρηση του μούστου. Ευαίσθητο υγρό, υπόκειται σε χίλιους κινδύνους, όχι μόνο στα χέρια ή μάλλον στις κάδες των αμπελουργών, αλλά και του ταβερνιάρη.
Έσκασε από το κακό του ‒λέει μια λαϊκή παράδοση‒ ένας αμπελουργός που του ξίνισε το κρασί και το ξεπούλησε τζάμπα, για ξίδι, τρεις παράδες την οκά. Από τότε γυρίζει μεταμορφωμένος σʼ ένα τοσοδούλικο πράσινο πουλάκι (ο κρασοπούλος) στα ρουμάνια και τους κάμπους και διαλαλάει τον καημό του ασίγαστα:
Τρεις ‒ τρεις ‒ τρεις, τρεις παράδες το κρασί!
Ας χαρούμε όμως σήμερα το μεγάλο γιορταστικό γλέντι των αμπελοχωριών. Την απόλαυση του φρέσκου μούστου σʼ ένα σωρό είδη εγχώριας ζαχαροπλαστικής. Σύντομη είναι η ζωή του γλυκού μούστου. Γρήγορα το σταφυλοζάχαρο ζυμώνεται σε οινόπνευμα. Στη σύντομη όμως ζωή του οι αμπελουργοί προφταίνουν να φτιάσουν τις μουσταλευριές τους, τα μουστοκάρυδα (σουτζούκια) και τα ριτζέλια τους. Ύστερα ο μπρούσκος μούστος θα διοχετευθεί στις τεράστιες γαστέρες των βαρελιών. Αυτές που βλέπομε την εποχή αυτή σε παράταξη για καθάρισμα στις παραλίες.
Αγναντεύουν, όπως έγραφε παλιός δημοσιογράφος, χωρίς φθόνο το μακρινό πέλαγος, γιατί ξέρουν πως σε λίγο θα κλείσουν μέσα τους φουρτούνες και τρικυμίες που δε γνώρισε κανένας ωκεανός.
Ο Τρυγητής είναι ακόμη ο μήνας του απόδημου φτερωτού κόσμου.
«Του Σωτήρος τα λελέκια, του Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου) τα χελιδόνια...», λέει ένα λαϊκό ρητό. Αυτόν τον μήνα φεύγουν τα χελιδόνια και τʼ άλλα αποδημητικά πουλιά μας για τα υπερπόντια ταξίδια τους.
Τον ίδιο μήνα γυρίζουν από τα ορεινά χωριά οι παραθεριστάδες των αστικών μας κέντρων. Προχτές κιόλας παρακολούθησα τη σκηνή του γυρισμού. Καμιά δεκαριά οικογένειες μάζεψαν τα μπαγάζια τους και τα φόρτωναν σε δυο φορτηγά αυτοκίνητα. Τα μικρά παιδιά τους ‒γιʼ αυτά κυρίως γίνεται ο παραθερισμός‒ σκαρφάλωσαν με χαρούμενες φωνές ανάμεσα στους μπόγους. Οι ντόπιοι συνομήλικοι τούς αποχαιρετάνε με υγρά μάτια. Αλλά και οι γυναίκες του χωριού δακρύζουν. «Σας μάθαμε τόσο όλο το καλοκαίρι και τώρα μας φαίνεται πως ρημάζει το χωριό μας...». Στην υγρασία των ματιών προσθέτει ο συννεφιασμένος ουρανός τα δικά του δάκρυα. Είναι τα χινοπωριάτικα πρωτοβρόχια.

Σεραφείμ Κ. Τσιτσάς, Ιστορίες του χωριού, Αθήναι, σσ. 96 - 98. [Για την αντιγραφή: Βασίλειος Α. Γεώργας].


Τρύγος. Ξυλογραφία του Α. Τάσσου με θέμα το άπλωμα της σταφίδας στο αλώνι. (1953. 41,5Χ5,60 εκ. [στο: Α. Τάσσος. Χαρακτική 1922-1985, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1988].

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2024

ΣΤΑΥΡΟΣ: το σύμβολο της δύναμης και της χαράς

Του Γρηγόρη Δουμούζη – Θεολόγου, MSc Θεολογίας, Κοινωνιολόγου


Η Εκκλησία μας σήμερα εορτάζει την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού. Ο Σταυρός δεν είναι ένα «νεκρό» σύμβολο, αλλά είναι μια πρόταση ζωής. Ο Σταυρός είναι το καύχημά μας, είναι η ελπίδα μας, είναι η απόδειξη της αγάπης του Θεού. Ο Σταυρός είναι αυτός που «άνοιξε» τις πύλες του παραδείσου. Εφόσον υπάρχει ο Σταυρός, εφόσον πάνω σ’ αυτόν σταυρώθηκε ο Χριστός, μπορούμε και ελπίζουμε.
Μέσα στην Εκκλησία συμβαίνουν πράγματα περίεργα, πράγματα που αντιβαίνουν στην ανθρώπινη λογική. Άραγε, πώς ένα ξύλο, ένας σταυρός, μπορεί να είναι «τίμιο» και να το προσκυνούμε; Πώς αυτό το σύμβολο «αισχύνης» για μας είναι σύμβολο «δύναμης» και «χαράς»; Γι’ αυτό ελπίζουμε: Επειδή έχουμε ένα Θεό που σταυρώθηκε για μας. Ποιος μπορεί να απελπίζεται;
Ο Σταυρός από «ήττα» έγινε «νίκη». Γιατί αυτό; Διότι όταν ηττάσαι για χάρη του άλλου, τότε κερδίζεις. Όταν θυσιάζεσαι για τον άλλον με επίγνωση και λόγο αγάπης, τότε είσαι πραγματικός νικητής. Αυτό είναι μια ανατροπή της λογικής του κόσμου: Ο «ηττημένος» είναι ο «νικητής». Ουσιαστικά, «νικητής» είναι ο άνθρωπος που «βγήκε απ’ τον εαυτό του», «γεφύρωσε» την απόσταση απ’ τον πλησίον του και έγινε διάκονος των ανθρώπων. Μέσα στην Εκκλησία ο «νικητής» είναι αυτός που δέχεται να χάσει. Εμείς όταν αγωνιούμε να νικήσουμε τον άλλον, να φανούμε πιο ισχυροί, πράττουμε τη μεγαλύτερη προσβολή προς τον Σταυρό. Αυτό δείχνει ότι δεν έχουμε υποψιαστεί ποια είναι η ουσία της πνευματικής ζωής.
Απ’ τη μια, λοιπόν, ο Σταυρός είναι το καύχημά μας, αλλά, ταυτόχρονα, είναι και μια πρόταση ζωής. Αν δεν επιλέξουμε αυτή την οδό της αυταπάρνησης και της αυτοθυσίας, δεν μπορούμε να «γευτούμε» τη χάρη του Θεού. Διευρύνονται οι εσωτερικοί ορίζοντες του ανθρώπου που ζει μ’ αυτή την προοπτική και ο ίδιος αποκτά μια άλλη αίσθηση και «γεύση» ζωής. Μια αίσθηση ζωής που καταλαβαίνουν μόνο οι πονεμένοι και δυσκολεμένοι άνθρωποι, οι οποίοι εναπόθεσαν τις ελπίδες τους στον Σταυρό.
Έναν πόνο, όμως, που τον προσεγγίζουμε εν Χριστώ. Δηλαδή, όχι με αντίσταση, όχι με παράπονο, αλλά τον αποδεχόμαστε ησυχαστικά και μ’ εμπιστοσύνη στον Χριστό. Ο άνθρωπος αυτός του σταυρού και του πόνου έχει αποκτήσει μια προσωπική σχέση με το Θεό. Όσο μεγαλύτερη είναι η αγάπη, τόσο μεγαλύτερος είναι ο πόνος. Σήμερα μας έχει διαλύσει η άνεση. Έχουμε μια ψευδαίσθηση της πνευματικής ζωής. Θεωρούμε πως πνευματική ζωή είναι να μας πηγαίνουν όλα καλά, να ζούμε τη χαρά του Θεού και να μην αγωνιζόμαστε για τίποτα.
Ο αληθινά ελεύθερος άνθρωπος είναι αυτός που ταύτισε το θέλημά του με το θέλημα του Θεού. Όμως, επειδή είμαστε ως επί το πλείστον εγωιστές, είναι οδυνηρό να ταυτίσουμε το θέλημά μας με το θέλημα του Θεού. Χωρίς αυτή την προσπάθεια να ξεπεράσουμε τις «αγκυλώσεις» μας, δεν μπορεί ν’ ανοιχτεί για μας η πνευματική οδός. Ο Σταυρός αυτό σημαίνει: Σταυρώνω τον εγωισμό μου και το θέλημά μου, γιατί πάνω απ’ το δικό μου θέλημα ζητώ το θέλημα του Θεού. Βλέποντας ο Θεός αυτόν τον αγώνα, μου «ανοίγει» δρόμους. Μου δίνει τη χαρά που δεν γνωρίζει ο κόσμος. Μου δίνει το φωτισμό που δεν γνωρίζουν οι σοφοί του κόσμου.
Ο κόσμος θέλει τα πολλά για να νιώσει γεμάτος. Όμως, αν κατορθώσουμε να «γευτούμε» τους «καρπούς» της σταυρικής θυσίας και της αναστάσεως, θέλουμε να μην έχουμε τίποτα, ώστε να μπορέσουμε να «γευτούμε» το παν που είναι ο Θεός. «Αδειάζουμε» θεληματικά, διώχνουμε τα πάντα από πάνω μας, για να είμαστε άνετοι ενώπιον του Θεού. Δεν μας βαραίνουν μόνο οι αμαρτίες. Μας βαραίνουν, επίσης, και οι επιδιώξεις μας, οι απαιτήσεις μας και οι αγωνίες μας.
Τι σημαίνουν αυτά; «Θέλω να βρω αυτό στο οποίο στοχεύω. Ποιο; Έναν ικανοποιημένο εαυτό». Όμως, ένας «ικανοποιημένος» εαυτός είναι ένας «νεκρός» εαυτός. Ο αληθινά «ζωντανός» άνθρωπος είναι αυτός που δεν έχει θελήματα και κρατά «ζωντανό» μόνο το θέλημα της καρδιάς του, που είναι ο Χριστός. Αυτός είναι ο «δρόμος» του Σταυρού.
Δυστυχώς, μας έχει διαλύσει η άνεση. Κοροϊδεύουμε τους «κοσμικούς» ανθρώπους, αλλά ζούμε όπως αυτοί. Έχουμε τις ίδιες επιθυμίες και τις ίδιες επιδιώξεις. Απλώς, τι κάνουμε; Βάζουμε το «ένδυμα» του χριστιανού, μετέχουμε τυπικά στα μυστήρια της Εκκλησίας, για να λάβουμε μια ευχαρίστηση και όχι να μπούμε σ’ αυτή την πορεία να «σηκώσουμε» τον σταυρό μας, να σταυρώσουμε τους λογισμούς μας και τη φιλαυτία μας. Κάθε μέρα είμαστε «καλεσμένοι» να κάνουμε την καρδιά μας «αγία τράπεζα». Να θυσιάζουμε το θέλημά μας και τις επιθυμίες μας. Αυτό, φυσικά, να γίνει στο όνομα του «Χριστού» και όχι στο όνομα του «εαυτού» μας.
Όμως, πρέπει να ρωτήσουμε την καρδιά μας: «Θέλουμε τον Χριστό ή τους πόθους μας; Θέλουμε τον Χριστό ή τις φαντασιώσεις μας;». Αυτό χρειάζεται να το ξεκαθαρίσουμε. Αν δεν το ξεκαθαρίσουμε, δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική πνευματική ζωή. Μόλις, όμως, ξεκαθαρίσουμε ότι ο Χριστός είναι το παν, όπως έλεγε ο Άγιος Πορφύριος, τότε, κάθε μέρα για χατίρι του Χριστού και της σχέσης μαζί Tου αρνούμαι να ικανοποιώ τον εαυτό μου, ώστε να βρω την πραγματική ικανοποίηση της καρδιάς μου.

Ο αρχιμανδριτισμός, ασθένεια της Εκκλησίας

Αναδημοσιεύω το παρακάτω άρθρο του Σταύρου Ζουμπουλάκη -γράφτηκε πριν δύο σχεδόν δεκαετίες (27.02.2005), επίκαιρο όμως- γιατί πιστεύω ακράδαντα ότι πολλοί αρχιμανδρίτες, με τη δίχως προηγούμενο αυτοπροβολή τους στο Διαδίκτυο είναι μόνιμη απειλή για την Εκκλησία. Α.Ι.Κ. 
 
Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ


Η κρίση που συγκλονίζει την Εκκλησία της Ελλάδος και έχει επεκταθεί, για την ώρα, και στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων δεν είναι ασφαλώς κρίση προσώπων, όπως προσπαθούν πολλοί επίσκοποι και πολιτικοί να την παρουσιάσουν προκειμένου να την υποβαθμίσουν – χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι όσοι ενέχονται δεν πρέπει να υποστούν τις κυρώσεις που προβλέπουν οι κανόνες της Εκκλησίας και οι νόμοι του κράτους. Η κρίση είναι θεσμική, ηθική και πνευματική. Είναι τόσο βαθιά μάλιστα, που τίποτε από εδώ και πέρα δεν θα είναι για την Εκκλησία της Ελλάδος όπως πριν, κάθε επιστροφή στην προ της παρούσης κρίσεως κατάσταση είναι πλέον αδύνατη. Ποια θα είναι η νέα πραγματικότητα θα εξαρτηθεί από το πόσο η Εκκλησία θέλει και μπορεί να συζητήσει εις βάθος τα αίτια αυτής της δίχως προηγούμενο κρίσης και να πράξει ανάλογα.
Τα αίτια της κρίσης μπορούν να αναζητηθούν σε πολλές κατευθύνσεις. Θα κάνουμε λόγο και εμείς εδώ για ένα από αυτά, θεσμικού χαρακτήρα, μέσα από το οποίο, ωστόσο, μορφοποιείται και εκφράζεται όλη η ηθική και πνευματική παθολογία της ελληνικής ορθόδοξης Εκκλησίας. Θα μιλήσουμε για τον αρχιμανδριτισμό. Είναι τυχαίο ότι όλοι για τους οποίους γίνεται δυσφήμως λόγος τις μέρες αυτές είναι αρχιμανδρίτες ή πρώην αρχιμανδρίτες (δηλαδή επίσκοποι);

Κληρικοί καριέρας

Τι είναι οι αρχιμανδρίτες; Είναι άγαμοι ιερείς εν τω κόσμω, χωρίς όμως να είναι μοναχοί – είναι απλώς εγγεγραμμένοι για τυπικούς λόγους στο μοναχολόγιο μιας μονής. Το τρίτον τούτο γένος, πέραν των εγγάμων παπάδων και των μοναχών, είναι κληρικοί καριέρας. Φόρεσαν τα ράσα, σε νεαρότατη συνήθως ηλικία, ορεγόμενοι εκκλησιαστικών αξιωμάτων και κυρίως βέβαια επισκοπής. Γίνονται αρχιμανδρίτες για να γίνουν δεσποτάδες. Άγαμοι ιερείς στον κόσμο υπήρχαν πάντοτε στην Εκκλησία, μόνο σήμερα όμως και κυρίως στα όρια της Εκκλησίας της Ελλάδος έχουν συγκροτήσει χωριστό σώμα και έχουν αποκτήσει τόση δύναμη. Η ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία κυβερνιέται –διάβαζε: δυναστεύεται– από τους αρχιμανδρίτες, από αυτό το σώμα φιλόδοξων, αθεολόγητων, απαίδευτων, αυταρχικών και ψυχολογικά προβληματικών –ίνα μη τι χείρον είπωμεν– ανθρώπων. Όταν ένα χριστιανόπουλο, δεκαεφτά ή δεκαοχτώ χρόνων, θέλει να βάλει τα ράσα, όχι για να γίνει παπάς ή καλόγερος αλλά αρχιμανδρίτης, κάτι δεν πάει καλά εξαρχής με την ψυχική ισορροπία του. Οι αρχιμανδρίτες ξέρουν καλά ένα μόνο πράγμα, αυτό ακριβώς που ξέρει κάθε καριερίστας, την τέχνη των συμμαχιών: σε ποιον να προσκολληθούν, με ποιον και πότε να συμμαχήσουν, με ποιους να συνάψουν σχέσεις δοσοληψίας, οι οποίες, όπως έδειξε η παρούσα κρίση, μπορεί να φτάσουν και πολύ μακριά.

Νοσηρό φαινόμενο

Κανείς ωστόσο δεν μπορεί να εμποδίσει, στη σύγχρονη κοινωνία των ατομικών δικαιωμάτων, έναν άνθρωπο να γίνει άγαμος παπάς, όπως κάποιος άλλος γίνεται άγαμος δάσκαλος, δικαστής ή υδραυλικός. Ούτε εμείς είμαστε αντίθετοι σε κάτι τέτοιο. Το νοσηρό φαινόμενο του αρχιμανδριτισμού, στο οποίο επωάζονται όλα αυτά που ακούμε και βλέπουμε τούτες τις μέρες, είναι εκείνο που πρέπει να λάβει οριστικό τέλος, και όχι η άγαμη ιεροσύνη. Υπάρχουν κανονικά μέσα για να γίνει αυτό. Θα αναφέρουμε τρία.
Το ηλικιακό όριο που θεσπίζουν οι εκκλησιαστικοί κανόνες για τη χειροτονία σε διάκονο (το εικοστό πέμπτο) και σε πρεσβύτερο (το τριακοστό) να αυξηθεί, προκειμένου περί αγάμων κληρικών, κατά πέντε έτη (τριάντα και τριάντα πέντε αντιστοίχως), ώστε η απόφαση για άγαμη ιεροσύνη να είναι, όσο γίνεται περισσότερο, ώριμη, στερεή και δοκιμασμένη.
Οι άγαμοι κληρικοί στον κόσμο να μην παίρνουν το οφίκιο του αρχιμανδρίτη. Το οφίκιο αυτό να περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στα μοναστήρια, στους ηγουμένους των μονών, στους επικεφαλής της μάνδρας. Θα διορίζονται δηλαδή άγαμοι ιερείς στους ενοριακούς ναούς και δεν θα γίνονται με την πρώτη, όπως εν τοις πράγμασι συμβαίνει σήμερα, προϊστάμενοι των ναών ούτε βεβαίως θα προΐστανται στις ακολουθίες. Θα γίνονται και αυτοί προϊστάμενοι με τα ίδια ακριβώς κριτήρια που γίνονται και οι έγγαμοι. Δεν είναι νοητό νεανίσκοι είκοσι τόσων χρόνων να δυναστεύουν, ελέω επανωκαλυμμαύχου, παπάδες με τριάντα και σαράντα χρόνια ιεροσύνης. Επίσης να μην καταλαμβάνουν κατ’ αποκλειστικότητα ούτε καν κατά προτεραιότητα τα λογής εκκλησιαστικά αξιώματα και υψηλές διοικητικές θέσεις (αρχιερατικοί επίτροποι, πρωτοσύγκελλοι, ιεροκήρυκες μητροπόλεων κ.λπ.). Δεν θα αποκλείονται από αυτά, αλλά θα δικαιούνται να τα λάβουν εξίσου όπως και οι έγγαμοι. Θα πρόσθετα μάλιστα ότι είναι αποτελεσματικότερο τις κρίσιμες διοικητικές θέσεις που απαιτούν μακρά πείρα και γνώση (όπως αίφνης η θέση του αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου) να τις αναλαμβάνουν έγγαμοι ιερείς για να εξασφαλίζεται μια απρόσκοπτη διοικητική συνέχεια. Οι σημερινοί αρχιμανδρίτες τις θεωρούν τις θέσεις αυτές, όπως και πράγματι είναι, προθάλαμο του επισκοπικού θρόνου.
Να εκλέγονται επίσκοποι και από τις τάξεις των εγγάμων ιερέων. Η αγαμία των επισκόπων δεν ίσχυε ανέκαθεν στην Ανατολική Εκκλησία (μέχρι και τον 5ο αι. οι περιπτώσεις εγγάμων επισκόπων δεν είναι σπάνιες), νομοθετείται από τον Ιουστινιανό τον 6ο αι., επικυρώνεται με τον ιβ΄ κανόνα οικονομίας της Πενθέκτης (691-692), και είναι καιρός πλέον να αρθεί. Σήμερα δεν υπάρχει κανένα επιχείρημα υπέρ της. Κανένα απολύτως. Τουναντίον μάλιστα η τραγική έλλειψη ικανών και άξιων εκκλησιαστικών ανδρών επιβάλλει, κατά στοιχειώδη λογική, να διευρυνθεί το πεδίο επιλογής των επισκόπων, να συμπεριλάβει κατ’ ανάγκην και τους εγγάμους.

Όσο απομένουν Χριστιανοί...

Οι αποφάσεις της συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος (18 - 19 Φεβρουαρίου) επιβεβαίωσαν, για άλλη μια φορά, ότι οι επίσκοποι είναι βαθιά νυχτωμένοι, ότι εθελοτυφλούν και υποκρίνονται. Ούτε είχα ούτε έχω καμιά ελπίδα ότι θα θελήσουν οι άνθρωποι αυτοί να απαλλάξουν την Εκκλησία από τον νοσηρό εναγκαλισμό του αρχιμανδριτισμού, είναι όλοι τους άλλωστε σαρξ εκ της σαρκός του αρχιμανδριτικού γένους.
Θέλω ωστόσο να αισιοδοξώ ότι οι ελάχιστοι μυαλωμένοι επίσκοποι που υπάρχουν θα θελήσουν να λάβουν στις επαρχίες τους κάποια ουσιώδη μέτρα για την αντιμετώπιση της πρωτοφανούς κρίσης και ότι μέσα στο πλαίσιο των μέτρων αυτών θα επαναθεωρήσουν και το ρόλο των άγαμων κληρικών στην Εκκλησία. Ό,τι κάνουν πάντως ας το κάνουν όσο απομένουν ακόμη Χριστιανοί στον τόπο μας.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ [και στο: Χριστιανοί στον δημόσιο χώρο. Πίστη ή πολιτική ταυτότητα; εκδ. Εστία, Αθήνα 2010, με τίτλο: «Ο αρχιμανδριτισμός, θανάσιμη ασθένεια της Εκκλησίας].

Του Σταυρού σήμερα... με χλιδάτους ρασοφόρους

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Σε παλαιότερες παραδοσιακές κοινωνίες, στις εκκλησιές μας, η ημέρα της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού δεν είχε τα χαρακτηριστικά της γιορτής, όπως αυτή στις μέρες μας τελείται. Κυριαρχούσε η απλότητα και η ιεροπρέπεια. Τυχαία, σήμερα, σε μια σύντομη πλοήγησή μου στο Διαδίκτυο, η ματιά μου έπεσε σε ναό του «Νέου Κόσμου», όπου η μετάδοση του Όρθρου και της Θείας Λειτουργίας, με τον γνωστό σε πολλούς «τελετάρχη» αρχιμανδρίτη Νικόδημο Καβαρνό, να τραβά το φακό της «θείας δημοσιότητας». Για πολλούς, ο εν λόγω αρχιμανδρίτης, θεωρείται άριστος και καλλίφωνος ψάλτης. Έχω αντίθετη άποψη. Όπως τον βλέπω στην οθόνη του υπολογιστή, δείχνει άνθρωπος που έχει χάσει το Θεό από μέσα του. Γι’ αυτόν ο υπολογιστής είναι μέσο προκλητικής προβολής του προσώπου του. Αποκαλυπτικές είναι οι εικόνες όταν ψάλλει: μικρόφωνο στα χέρια και φωνή σαν μουεζίνη. Βέβαια, δεν είναι ο μόνος. Σε πολλούς ναούς, σε πανελλήνια κλίμακα, υπάρχουν αντίστοιχες γραφικές φιγούρες, ιερέων και ιεροψαλτών. 
Ο αρχιμανδρίτης Καρβαρνός σήμερα, ημέρα της Υψώσεως του Σταυρού, το παράκανε: όπως τον έπιανε ο φακός της «θείας δημοσιότητας», στο πρόσωπό του ψεύτικος ο συναισθηματισμός, παντελώς ξένος προς την παράδοση της Εκκλησίας. Δεν λέω, σίγουρα έχει καλές γνώσεις της ψαλτικής τέχνης και υμνολογίας. Εκείνο, όμως, που προσωπικά μού φαίνεται ότι αγνοεί είναι πως, η γνώση είναι προεχόντως δωρεά, όπως σημειώνει σ' ένα άρθρο του για την εικόνα - πληροφορία ο Χρήστος Μαλεβίτσης. Κι ότι γνωρίζοντας τελείς υπό το βλέμμα του Δημιουργού Θεού. «Κύριε γνώρισόν μοι και γνώσομαι», με καίριο τρόπο διατυπώνει ο Ιερεμίας. Το να κρατάς στα χέρια σου το Σταυρό του Κυρίου, στολισμένο με βασιλικό και να τον υψώνεις με θεατρινίστικο τρόπο, νομίζω ότι επαληθεύεις αυτό που γράφει ο κυρ Φώτης Κόντογλου:
«“Σαν ακούς πολλά κεράσια, πάρε μικρό καλάθι”. Πολλοί σταυροί μα λίγη πίστη σ’ Αυτόν που σταυρώθηκε απάνω στον σταυρό. Πήραμε το ξύλο κατάξερο χωρίς να πάρουμε Εκείνον που το πότισε με το αίμα του. Εκείνον “δι’ ου το του σταυρού ζωηφόρον εν γη πεφυτούργητε δένδρον”. Δεν πιστεύουμε στο Σταυρό, γιατί δεν πιστεύουμε στο Χριστό, αφού πιστεύουμε μόνο στον εαυτό μας. Για μας είναι κούφια λόγια κι ο Χριστός κι ο Σταυρός».


ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ. (1977). «Ο σταυρός. Το ζωηφόρον φυτό», στο: Μυστικά Άνθη. Ήγουν κείμενα γύρω από τις αθάνατες αξίες της ορθόδοξης ζωής. Αθήναι: «Αστήρ». Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, σ. 60.

Πορεία κάτω από το Σταυρό




Π. Β. ΠΑΣΧΟΣ. (1987). «Πορεία κάτω από το Σταυρό», στο: Έρως Ορθοδοξίας. Βίοι Αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας και κατανυκτικά κεφάλαια ορθοδόξου πνευματικότητος στολισμένα με πολλές βυζαντινές εικόνες. Αθήνα: Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, σσ. 185-186.