Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

Οι φωτογραφίες της Καισαριανής και η αναμέτρηση μας με το παρελθόν

Του ΜΑΝΩΛΗ ΒΑΡΔΗ


Είδαμε όλοι μας αυτό που ακούγαμε ή βλέπαμε σε ταινίες, την εκτέλεση 200 κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, σε αντίποινα για τη δολοφονία του Γερμανού υποστράτηγου Φραντς Κρεχ (Franz Krech) και τριών μελών της συνοδείας του έξω από τους Μολάους της Λακωνίας. Ήταν μία από τις πολλές περιπτώσεις που «στιγματίζουν» το ελληνικό κράτος. Και αυτό, διότι η Ελλάδα ήταν η μόνη χώρα στην Ευρώπη, όπου η παράδοση κομμουνιστών από τα Σώματα Ασφαλείας στον κατακτητή δεν εμποδίσθηκε από θεσμικούς παράγοντες όπως οι δικαστικές και διωκτικές αρχές (Μ. Χαραλαμπίδης, Οι Δωσίλογοι, Αλεξάνδρεια, 2024, σ. 260). Κατά συνέπεια, η εκτέλεση εγγενώς σηματοδοτεί- πέρα από την οργή για τις πρακτικές των Ναζί- μία συνενοχή του επίσημου ελληνικού κράτους.
Όταν η Λητώ και ο Άγγελος Κατακουζηνός βγήκαν μαυροντυμένοι στην πλατεία Κολωνακίου την 1η Μαΐου 1944, σε ένδειξη πένθους για την εκτέλεση των διακοσίων κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, έμειναν έκπληκτοι από την αντίδραση διαφόρων γνωστών τους, μεγαλοαστών, κατοίκων του Κολωνακίου: Γιατί μαυροντυμένοι; Τι σας συμβαίνει;, ρώτησαν ανήσυχοι. Διακόσιοι Έλληνες τουφεκίστηκαν σήμερα και ρωτάτε τις μας συμβαίνει; Σήμερα όλοι οι Έλληνες έπρεπε να μαυροντυθούμε. Άγγελε, δεν είσαι με τα καλά σου. Δεν ξέρετε, λοιπόν, πως όλοι αυτοί ήτανε κομμουνιστές; Παγώσαμε. Δεν ξέρω κι ούτε μ’ ενδιαφέρει. Έλληνες ήταν και πολεμούσαν τον εχθρό. Και σαν Έλληνες έχουμε χρέος να τους πενθήσουμε! Άγγελε, πρόσεξε, στραβό δρόμο πήρες, αυτοί όλοι θέλουν να πιουν το αίμα μας […] Αυτοί μια μέρα θα μας πάρουν το βιος μας. Άκουσε καλά αυτό που σου λέμε. Άσε τους ρομαντισμούς και σκέψου πιο ρεαλιστικά (Λητώ Κατακουζηνού, Άγγελος Κατακουζηνός ο Βαλής μου, Αθήνα, Μικρή Άρκτος, 6η έκδοση σ. 182).
Ενδεικτικό το απόσπασμα και για σήμερα. Η ίδια ιδεολογική-κομματική στράτευση που βοηθά τους μελλοντικούς εκτελεσμένους να αψηφούν τον θάνατο στις φωτογραφίες, είναι η ίδια που προκαλεί φόβο και ανασφάλεια στους άλλους. Δεν είμαι σίγουρος εάν οι μαζικές εκτελέσεις χωρικών στις πολλές θηριωδίες των κατακτητών είχαν τέτοια βλέμματα και τέτοια αψηφισιά. Μπορεί να μην είχαν. Ποιοι είμαστε άλλωστε εμείς που κρίνουμε έναν άνθρωπο μπροστά στον θάνατο; Οι φωτογραφίες δείχνουν πάντως ότι η «πίστη» είναι αυτή που κάνει το άτομο να υπερβεί τον φόβο του θανάτου. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό. Φοβάμαι ότι αυτή η πίστη, η οποιαδήποτε πίστη λείπει σήμερα από τους «νερουλιασμένους» ανθρώπους. Σίγουρα οι εποχές ήταν διαφορετικές και απαιτούσαν διαφορετικές ανθρώπινες στάσεις και συμπεριφορές. Ας μου επιτραπεί να πω κάτι αιρετικό για κάποιους: και από την άλλη πλευρά, την αντίθετη των κομμουνιστών, έχουμε φαινόμενα αυταπάρνησης και θάρρους μπροστά στον θάνατο. Δεν είναι λοιπόν θέμα μίας συγκεκριμένης ιδεολογίας, αλλά του πως μαθαίνει κανείς να αντικρύζει τον θάνατο, να πεθαίνει. Οι απλοί, μεροκαματιάρηδες άνθρωποι αυτής της μπαρουτοκαπνισμένης γενιάς ήξεραν να υποφέρουν και να πεθαίνουν. Ενσωμάτωναν τον τρόπο ζωής των αποφάσεων τους. Με πολύ αίμα και βία, οπωσδήποτε.
Σήμερα, έχουμε εκλείψει το πολύ αίμα και τη βία (τουλάχιστον στις γειτονιές μας), φιλολογούμε, κάνουμε παρουσιάσεις έργων, αφιερώματα, ημερίδες, με περισσή ευκολία ανάγουμε το όποιο θέμα στην επικαιρότητα, έχουμε την αστική πολυτέλεια να συμμεριζόμαστε τις γενοκτονίες σε όλο τον κόσμο, αλλά δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τον θάνατο καταπρόσωπο. Και αυτό είναι ένα βαθύτερο υπαρξιακό έλλειμμα.

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

Ενώ η «εκκλησία του βλέμματος» συνεχίζει να παρακολουθεί, η πραγματική δοκιμασία ίσως να μην είναι η απόφαση ενός δικαστηρίου, αλλά η αντοχή απέναντι σε έναν σταυρό

Του ΜΑΝΟΥ ΛΑΜΠΡΑΚΗ



Η υπόθεση του πατέρα Αντωνίου της «Κιβωτού», έτσι όπως εκτυλίσσεται πλέον στον δημόσιο χώρο, δεν συγκροτεί απλώς μια δικαστική αφήγηση. Μετασχηματίζεται σε πεδίο όπου διασταυρώνονται η κατηγορία, η σιωπή, η συμπόνια και ο συμβολισμός, ένα είδος κοινωνικού θεάτρου όπου η πραγματικότητα αναγκάζεται να μιλήσει μέσα από αντιφάσεις. Πίσω από τους τίτλους, τις ποινές και τις ερμηνείες, υπάρχει πάντοτε ένα δεύτερο επίπεδο, χαμηλόφωνο και σχεδόν αθέατο, που αφορά όχι το γεγονός αλλά τη σχέση, όχι τη δημόσια εικόνα αλλά την ανθρώπινη αντοχή. Εκεί συναντά κανείς τα πρόσωπα που, μακριά από τις κάμερες, κράτησαν τον άνθρωπο αυτό όρθιο μετά τη δίωξη, όταν η κοινωνική απογύμνωση έγινε σχεδόν οντολογική συνθήκη. Γιατί η πτώση εκτός από θεσμική είναι και υπαρξιακή: η στιγμή όπου ο άνθρωπος χάνει όχι απλώς το κύρος του αλλά το έδαφος κάτω από τα πόδια του, την ίδια την αίσθηση ότι ανήκει σε έναν κόσμο που τον αναγνωρίζει.
Ο πατέρας Ευάγγελος Παπανικολάου, χωρίς καμία οικογενειακή συγγένεια, παρά τις λανθασμένες και συχνά επαναλαμβανόμενες αναφορές, αναδύεται σε αυτή την αφήγηση ως μια μορφή που δεν λειτουργεί θορυβωδώς αλλά σταθερά. Η παρουσία του δεν είναι συγκυριακή: εθελοντής στην Κιβωτό ήδη από το 1998, τότε που ήταν ακόμη μόνο ιατρός, πριν την ιερωσύνη, με μια διακονία που μαζί με την επίσης παιδίατρο πρεσβυτέρα του άγγιξε χιλιάδες παιδιά, πάνω από 9.900 ιατρικούς φακέλους, αριθμός που δεν λειτουργεί εδώ ως στατιστική, αλλά ως ίχνος μιας μακράς σιωπηλής εργασίας.
Η φιλοξενία που προσέφερε για δύο ολόκληρα χρόνια, όταν οι περισσότεροι είχαν ήδη απομακρυνθεί, φέρει μια βαρύτητα σχεδόν αντισυμβατική: σε μια εποχή όπου το συλλογικό βλέμμα ζητά καθαρές αποστάσεις, η παραμονή δίπλα στον «έκπτωτο» μοιάζει με πράξη που αρνείται να υπακούσει στη λογική της κοινωνικής αυτοπροστασίας. Και όταν αργότερα μια γυναίκα από την Αλβανία παραχώρησε το σπίτι της για να στεγαστεί ο πατέρας Αντώνιος με την οικογένειά του, η ιστορία μετακινήθηκε ακόμη πιο μακριά από το θέαμα προς την αθόρυβη οικονομία της επιβίωσης.
Κι εδώ ακριβώς αναδύεται η πιο δύσκολη και ίσως πιο αμήχανη διάσταση: η ένδεια. Η δήλωση του ίδιου ότι ζει με μειωμένο μισθό, αδυνατώντας να καταβάλει ακόμη και την ελάχιστη δόση, αφήνοντας τον εαυτό του στην βοήθεια και τη συμπαράσταση των ανθρώπων, δεν λειτουργεί απλώς ως προσωπικό παράπονο. Ακούγεται περισσότερο σαν μετατόπιση υπαρξιακής τάξης. Ο άνθρωπος που συνδέθηκε δημόσια με την πράξη της φιλανθρωπίας βρίσκεται τώρα στην αντίστροφη θέση, εκεί όπου η ανάγκη δεν είναι αφηρημένη έννοια αλλά καθημερινό βάρος.
Η ένδεια εδώ δεν είναι μόνο οικονομική, είναι συμβολική, και επιτρέψτε μου σχεδόν θεολογική. Είναι η στιγμή όπου η κοινωνική ισχύς διαλύεται και ο άνθρωπος μένει γυμνός μπροστά στον άλλον, ζητώντας όχι αναγνώριση αλλά απλή δυνατότητα συνέχειας. Και αυτή η εικόνα προκαλεί αμηχανία στο πλήθος, γιατί διαλύει τις καθαρές αφηγήσεις: ο «ένοχος» δεν παραμένει απλώς αντικείμενο κρίσης, αλλά εμφανίζεται ως πρόσωπο που βιώνει την πτώση και στο επίπεδο της καθημερινής ανάγκης.
Η δημόσια αφήγηση, ωστόσο, σπάνια αντέχει τέτοιες αποχρώσεις. Η «εκκλησία του βλέμματος», αυτή η άτυπη κοινότητα θεατών που παρακολουθεί την πτώση σαν τελετουργία κάθαρσης, έχει ανάγκη από σαφή σχήματα: άγιος ή έκπτωτος, θύμα ή θύτης, σωτήρας ή απατεώνας. Μέσα σε αυτή τη σκηνή, η ένδεια γίνεται σχεδόν ενοχλητική λεπτομέρεια, γιατί επαναφέρει την ανθρώπινη πολυπλοκότητα εκεί όπου το βλέμμα ζητά συμβολική καθαρότητα.
Κι όμως, η πραγματικότητα επιμένει: ένας άνθρωπος που άλλοτε είχε θεσμική δύναμη βρίσκεται τώρα να εξαρτάται από τη φιλοξενία άλλων, από την καλοσύνη αγνώστων, από μια εύθραυστη αλυσίδα συμπαράστασης. Η ειρωνία γίνεται εδώ βαθιά θεολογική: η κοινωνία που απαιτεί δικαιοσύνη δυσκολεύεται να κοιτάξει κατάματα την εικόνα της ανθρώπινης αδυναμίας όταν αυτή εμφανίζεται χωρίς προστατευτικά φίλτρα.
Η χθεσινή πρόταση σε βραδινή εκπομπή του Open του πατέρα Ευαγγέλου, ότι ίσως το μεγαλύτερο έργο θα ήταν να βρεθεί στη φυλακή και να διακονήσει εκεί τους φυλακισμένους, εισάγει μια ριζική αντιστροφή. Δεν είναι απλώς λόγος παρηγορίας. Eίναι μια πρόταση μετασχηματισμού της ίδιας της έννοιας της πτώσης.
Εκεί όπου το πλήθος βλέπει τέλος, προτείνεται μια μορφή συνέχειας κι εκεί όπου η κοινωνία απαιτεί αποκαθήλωση, εμφανίζεται η δυνατότητα μιας νέας διακονίας μέσα στην ήττα.
Αυτή η πρόταση αγγίζει τον πυρήνα του σταυρού όχι ως εξιδανίκευση του πόνου, αλλά ως αποδοχή μιας πραγματικότητας που δεν μπορεί πια να αποφευχθεί. Η φυλακή παύει να είναι μόνο τόπος τιμωρίας και μετατρέπεται σε πιθανό χώρο νοήματος, μια ιδέα που ενοχλεί ακριβώς επειδή αρνείται να αφήσει την αφήγηση να τελειώσει με την πτώση.
Και έτσι σήμερα φτάνουμε στο πιο δύσκολο σημείο. Ο πατέρας Αντώνιος βαδίζει προς μια δεύτερη, ίσως βαρύτερη δοκιμασία, ενώ το συλλογικό βλέμμα έχει ήδη αποφασίσει το σενάριο μέσα στο οποίο θα τον εντάξει. Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό, και γι’ αυτό τόσο ανησυχητικό, αν πρόκειται για έναν αποδιοπομπαίο τράγο πάνω στον οποίο συσσωρεύονται οι αντιφάσεις ενός συστήματος ή για έναν άνθρωπο που συναντά το πλήρες βάρος των «πράξεών» του.
Η κοινωνία αγαπά τα σύμβολα γιατί απλοποιούν την αλήθεια. Η πραγματικότητα όμως αντιστέκεται. Και μέσα σε αυτή την αντίσταση, η ένδεια, υλική, κοινωνική, υπαρξιακή, γίνεται ίσως η πιο σιωπηλή αλλά και η πιο αποκαλυπτική διάσταση της ιστορίας: η στιγμή όπου η πτώση παύει να είναι θέαμα και γίνεται εμπειρία.
Ενώ η «εκκλησία του βλέμματος» συνεχίζει να παρακολουθεί, η πραγματική δοκιμασία ίσως να μην είναι η απόφαση ενός δικαστηρίου, αλλά η αντοχή απέναντι σε έναν σταυρό που, είτε ως τιμωρία είτε ως μαρτυρία, βαραίνει ολοένα περισσότερο, όχι μόνο εκείνον που τον σηκώνει, αλλά και όσους τον κοιτούν.
Καλημέρα!

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

Μνήμη φωτογραφιών

Του ΜΑΝΩΛΗ ΒΑΡΔΗ


Θα πρέπει να προσέξουν πάρα πολύ όσοι βρήκαν μία ακόμη ευκαιρία για μνημειακές επωδούς μετά την πολύτιμη ιστορικά εμφάνιση αυτών των φωτογραφιών από την Καισαριανή. Θα πρέπει να προσέξουν γιατί δεν τους είναι οικείες. Η εμφάνιση και η ψυχή αυτών των ανθρώπων- σε καθημερινό επίπεδο- δεν τους είναι οικεία. Απλοί, λαϊκοί άνθρωποι, της βιοπάλης, δεν τους συναντάς σήμερα. Η εικόνα δεν είναι οικεία και για έναν ακόμη βασικότερο λόγο. Καθώς οι περισσότεροι από τους εικονιζόμενους ήταν χρόνια στα κάτεργα, οργανωμένοι στο ΚΚΕ, παλιοί Ακροναυπλιώτες (και άλλοι), έχουν την αποφασιστικότητα που τους προσδίδει η ιδεολογία τους. Είναι προφανές ότι, αν στη θέση τους ήταν απλοί χωρικοί, δεν θα υπήρχε αυτό το «βλέμμα». Αυτό δεν λέει τίποτα ιστορικά. Λέει πολλά όμως σχετικά με τους σημερινούς- ακόμα και της ίδιας ιδεολογίας με τους εικονιζόμενους. Τότε η ιδεολογία ήταν ενσώματη και εμψυχωμένη, δεν ήταν ένα ιδεολόγημα για να χουμε να λέμε. Πράγματι, αυτές οι φωτογραφίες είναι πολύτιμες για την απόσταση που μας χωρίζει από αυτούς.

ΠΗΓΗ: manolisgvardis

Μεγάλη Σαρακοστή: Με έγνοια για τον συνάνθρωπο

«Η αμφιβολία σε ό,τι πιστεύαμε είναι το πρώτο βήμα στη σκοτεινή και υπόγεια δίοδο προς τη μειονεκτικότητα και την αυτοεξουθένωση. Ο κοινωνικός άνθρωπος δέχεται παθητικά τη ζωή, όπως του προσφέρεται, υπολογίζοντας και σκοτίζοντας τον εγκέφαλό του με έναν πολύ μικρό αριθμό ειδικευμένων ευθυνών. Ο μονάχος άνθρωπος είναι υποχρεωμένος ν’ ανακαλύψει και να εξηγήσει την πηγή και την αιτία της ζωής. Εγκαταλείπει τη φυσική άνεση για να πάει προς την πνευματική δυσχωρία. Όταν λυγίζει, λυγίζει σα φάλαγγα ζυγού που φορτώνεται μεγαλύτερο, υπέρμετρο βάρος. Είμαστε φτωχοί σε αποτελέσματα όταν λογαριαστούμε ο καθένας χωριστά. Η δικαίωσή μας είναι στο σύνολο. Άνθρωπος είναι η ανθρωπότητα, όχι ο καθένας χωριστά. Μη φοβηθείτε να σας χαρακτηρίσουν αδύνατους και να σας παραπετάξουν. Μη φοβηθείτε τις ταλαιπωρίες. Κρατήστε μέσα σας αδιάπτωτο τον κοινό ανθρώπινο χαρακτήρα, τον πόνο, ώσπου να μεταβληθείτε και να εννοήσετε το ηθικό συμπέρασμα».


ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ. (1984). Συνοδεία: Πεζογραφήματα 1936-1968. Θεσσαλονίκη: Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, σ. 26.

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Για πρώτη φορά, μετά από 82 ολόκληρα χρόνια...

Παρότι δεν έχει επαληθευτεί η γνησιότητα των φωτογραφιών από κάποιον επίσημο φορέα ή ιστορικό αρχείο, φωτογραφιών που, για πρώτη φορά, μετά από 82 ολόκληρα χρόνια έρχονται στο φως της δημοσιότητας από την εκτέλεση των 200 Ελλήνων αντιστασιακών από τους ναζί στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, την 1η Μαΐου 1944, όταν κανείς τις βλέπει, νιώθει το μαχαίρι στην καρδιά του. Όπως είναι φυσικό, οι αντιδράσεις για το φωτογραφικό υλικό από την εκτέλεση των 200 είναι αναμενόμενες. Όταν είχα δει την ταινία «Τελευταίο Σημείωμα», σε σκηνοθεσία Παντελή Βούλγαρη, συχνά έρχονταν στο νου μου τρεις φράσεις του μεγάλου Κρητικού Νικου Καζαντζάκη:
«Οι νεκροί σου δεν κείτονται στο χώμα. Γενήκαν ιδέες και πάθη κι ορίζουν τη βουλή και την πράξη». Ασκητική.
«H λευτεριά δεν έρχεται όχι απόξω∙ / μα δαίμονας, εντός μας και μας τρώει». Προμηθέας.
«Ελευτερία και θάνατος! Αυτό πρέπει να γράψω εγώ στο μπαϊράκι μου· αυτό 'ναι το αληθινό μπαϊράκι του κάθε αγωνιστή! Ελευτερία κ α ι θάνατος!» Ο Καπετάν Μιχάλης.


ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: SLpress

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Έρωτας... ο ιερός

«Και για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, πρέπει να σημειώσουμε πως το πρόβλημα σε όλη του την έκταση εμφανίζεται από πολύ νωρίς. Ήδη τον 5ο αιώνα ο συγγραφέας των Αρεοπαγιτικών κειμένων ή οποιοσδήποτε άλλος, αναγκάζεται να απευθυνθεί στους Χριστιανούς της εποχής του, λέγοντάς τους ότι δεν πρέπει να φοβηθούν το όνομα του έρωτα, πολύ περισσότερο την εμπειρία του, ούτε βέβαια και όλους εκείνους τους συγχρόνους του διφυείς ηθικιστές, που τον θεωρούσαν πότε υψηλότερο από την αγάπη, μια πραγματικότητα που αφορά μόνο τις σχέσεις των ανθρώπων με το Θεό, και άρα ασύμβατο με τον κόσμο των ανθρώπων, και πότε υποδεέστερό της και συνεπώς ευτελή και επικίνδυνο για την πορεία συνάντησης με το Θεό. Είναι σαφές πως ένας τέτοιος διπρόσωπος και ταυτόχρονα διφυής ηθικισμός, άκρως επικίνδυνος και ύπουλος με την ενοχοποίηση του έρωτα στόχευε κατευθείαν την καρδιά του Χριστιανισμού και υπέσκαπτε την αλήθεια του. Ο έρωτας έπρεπε πάση θυσία να εξοβελιστεί από τις ζωές των ανθρώπων, αλλά και από οποιαδήποτε προσπάθεια για ένωσή τους με το Θεό. Με τον τρόπο αυτό και παρά τις προσπάθειες ενός Αρεοπαγίτη ή ενός Ιωάννη της Κλίμακος ο έρωτας, και ας είμαστε ειλικρινείς, ενοχοποιήθηκε και δαιμονοποιήθηκε. Θεωρήθηκε, ίσως, το μεγαλύτερο πρόβλημα, ο μεγαλύτερος εχθρός του Χριστιανισμού. Βέβαια, οφείλω να ομολογήσω, ότου τούτη η κατάληξη υπήρξε άμεση και σαφής συνέπεια μιας πορείας που, όπως ήδη έχει επισημανθεί, ξεκίνησε από την υποτίμηση του ανθρώπου, πέρασε στην υποτίμηση του κόσμου και, όπως ελπίζω στη συνέχεια να καταδείξω, κατέληξε στην κατάργηση του ίδιου του Θεού».


ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. (2009). «Έρωτος φύσις», στο: Έρως και Θάνατος. Αθήνα: Ακρίτας, σσ. 136-137.

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Φροντίδα στους φροντιστές μας

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ


Αποτελεί αυτονόητη αλήθεια και εδραία πεποίθηση σε όλα τα συστήματα υγείας ότι η φροντίδα της αρρώστιας, της αναπηρίας, της ανημπόριας των εξαρτώμενων (dependant) και των γερόντων, για να είναι αποτελεσματική και ανθρώπινη, χρειάζεται τη συνδρομή τριών παραγόντων: των επαγγελματιών υγείας, των ίδιων των ασθενών και των οικείων τους, των φροντιστών όπως πάει να επικρατήσει να λέγονται και στη γλώσσα μας (υπό την επίδραση των αγγλικών carer και caregiver). Η ορολογία πάντως στα ελληνικά, αλλά και σε άλλες γλώσσες είναι ακόμη ρευστή: βοηθός, συνοδός, φροντιστής. Ο ν. 4837/2021, στα άρθρα 32-39, υιοθετεί τον όρο «προσωπικός βοηθός» (δεν θα συζητήσω τον νόμο αυτό ούτε τον τρόπο εφαρμογής του μέχρι τώρα, όχι μόνο επειδή θα χρειαζόταν χωριστή ανάλυση, αλλά κυρίως επειδή εδώ αναφέρομαι στη φροντίδα εκ μέρους των οικείων). Σε αυτόν λοιπόν τον τρίτο παράγοντα, τους φροντιστές, αφιέρωσε την περσινή ημερίδα του το Ίδρυμα της Ελληνικής Αιματολογικής Εταιρείας, στις 13 Δεκεμβρίου 2025, στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος.
Τα σημερινά κοινωνικά και πολιτιστικά δεδομένα επιβάλλουν ασφαλώς νέους όρους στη συζήτηση για τους φροντιστές, το φαινόμενο πάντως είναι πανάρχαιο: ανέκαθεν και μέχρι σήμερα εκατοντάδες εκατομμύρια, δισεκατομμύρια άνθρωποι φρόντισαν και φροντίζουν τους γέρους γονείς, παππούδες και γιαγιάδες, τα άρρωστα παιδιά, τους ανάπηρους συγγενείς -η οικογένεια ήταν και εξακολουθεί να είναι το κύριο θεραπευτικό πλαίσιο των ανθρώπων-, αλλά και φίλους και συγχωριανούς και γείτονες και ξένους. Το νέο στοιχείο είναι κυρίως η αύξηση του ορίου ζωής, που αλλάζει ριζικά τα επιδημιολογικά και δημογραφικά δεδομένα των δυτικών κοινωνιών και συνεπάγεται αύξηση του αριθμού των χρονίως πασχόντων και των εξαρτώμενων ατόμων λόγω γήρατος. Οι δυτικές κοινωνίες γίνονται σιγά σιγά κοινωνίες γερόντων: το 2000 οι γέροντες που είχαν ανάγκη από βοηθό για την παραμικρότερη καθημερινή ενέργειά τους ήταν περίπου 300 εκατομμύρια, ενώ το 2050 προβλέπεται να έχουν διπλασιαστεί. Αν προσθέσουμε σε αυτό το δεδομένο και μια διαγενεακή ένταση, που εκφράζεται με τη επιθυμία των νεότερων, των παιδιών και των εγγονών, να ζήσουν και να χαρούν τη ζωή τους, η οποία όχι σπάνια μπορεί να πάρει και τη μορφή εγκατάλειψης των γεροντότερων, καταλαβαίνουμε ότι το ζήτημα είναι πολύ σοβαρό και πρέπει να αντιμετωπιστεί οργανωμένα και θεσμικά, δεν μπορεί να εξαντλείται στην καλοσύνη των οικείων.
Αν ακούσει κανείς αφηγήσεις φροντιστών θα συγκλονιστεί από την αγόγγυστη αφοσίωση και ακούραστη φροντίδα τους. Είναι μάλιστα ηθικά αξιοσημείωτο ότι ο λόγος των φροντιστών αφορά πάντα τον άνθρωπο που φροντίζουν και τις ανάγκες του, και σχεδόν ποτέ ή ελάχιστα τον εαυτό τους και τις δικές τους ανάγκες. Σε μια κοινωνία όπου όλοι διεκδικούν δικαιώματα, εκείνοι, αφοσιωμένοι μέρα νύχτα στη φροντίδα του ανθρώπου τους, δεν διεκδικούν τίποτε. Αυτό ωστόσο μπορεί να έχει και ένα αρνητικό παρεπόμενο: ενώ ο φροντιστής αποτελεί τον ενδιάμεσο ανάμεσα στον ασθενή ή τον εξαρτώμενο και στον κόσμο, αυτόν που τους συνδέει με τον κόσμο, πολλές φορές ο ασθενής γίνεται ο κόσμος του φροντιστή, όχι σπάνια μάλιστα ο μόνος κόσμος του (ξέρουμε όλοι γύρω μας τέτοιες περιπτώσεις, υπάρχουν άνθρωποι που φροντίζουν ασθενείς με αλτσχάιμερ, οι οποίοι δεν βγαίνουν από το σπίτι για χρόνια). Πολύ συχνά οι φροντιστές απομονώνονται και περιέρχονται σε κατάσταση μοναξιάς, ζουν μονίμως κουρασμένοι, εξαντλημένοι, χωρίς κοινωνική συναναστροφή.
Αφού οι φροντιστές δεν μιλάνε για τον εαυτό τους και τις ανάγκες τους, πρέπει να μιλήσουν άλλοι για αυτούς, να μιλήσουμε εμείς για τις ανάγκες τους, να φροντίσουμε τους φροντιστές μας. Δεν διεκδικώ καμιά πρωτοτυπία σε όσα θα πω παρακάτω, καταφεύγοντας μάλιστα το ίδιο λογοπαίγνιο που χρησιμοποιείται παντού στην Ευρώπη και στην Αμερική: φροντίδα στους φροντιστές, βοήθεια στους βοηθούς (care for caregivers, aide aux aidants, κ.λπ.).
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η φροντίδα των φροντιστών πρέπει να εκφραστεί και οικονομικά, διαφορετικά η αναγνώριση του έργου τους είναι κούφια λόγια. Η φροντίδα ενός αρρώστου ή εξαρτώμενου είναι πολύ ακριβή υπόθεση για κάθε οικογένεια. Η φροντίδα επιβαρύνει την οικογένεια διττά, αφενός, από όσα απαιτεί η ίδια η φροντίδα καθ’ εαυτήν και, αφετέρου, από τη σοβαρή απώλεια εισοδήματος, λόγω του ότι ο φροντιστής περιορίζει ή και εγκαταλείπει την εργασία του ή χάνει εργασιακές ευκαιρίες και αρνείται προτάσεις. Έχουμε διεθνείς στατιστικές που δείχνουν ότι το βιοτικό επίπεδο των φροντιστών πέφτει αναγκαστικά – αλλά χρειαζόμαστε πράγματι στατιστικές για να το καταλάβουμε;
Η οικονομική δεν είναι πάντως η μόνη ανάγκη των φροντιστών, όπως συχνά νομίζεται. Αν αναγνωριστεί η σημασία του έργου τους, κυρίως από τους γιατρούς, τότε εκείνο που κατεξοχήν πρέπει να φροντίσουμε οργανωμένα και σοβαρά είναι η ενημέρωσή τους. Αυτή είναι η βασικότερη ανάγκη τους. Οι φροντιστές πρέπει να είναι ενημερωμένοι για τα συμπτώματα της αρρώστιας του ανθρώπου τον οποίο φροντίζουν, την πορεία της, τη θεραπευτική αγωγή και τις ενδεχόμενες παρενέργειές της, να είναι ενημερωμένοι για τη διατροφή τους, και επίσης για τα διάφορα δικαιώματά τους που προβλέπονται από τη νομοθεσία.
Θα αναφέρω δύο ακόμη ανάγκες των φροντιστών που πρέπει να αναλάβουμε. Οι φροντιστές βιώνουν όλοι ασύνειδα μια μεγάλη ενοχή απέναντι στο πρόσωπο το οποίο φροντίζουν (αυτοί είναι καλά και ο άνθρωπός του υποφέρει), γεγονός που τους οδηγεί να θεωρούν εγωιστική πολυτέλεια να φροντίσουν τη δική τους υγεία: δεν πηγαίνουν σε γιατρό για τα δικά τους προβλήματα, δεν κάνουν τακτικά εξετάσεις και προληπτικούς ελέγχους. Καταφεύγουν σε μεγάλη κλίμακα σε υπνωτικά και αντικαταθλιπτικά. Είναι αναγκαία επομένως μια σταθερή ιατρική και ψυχολογική υποστήριξη των φροντιστών. Αν συνειδητοποιήσουμε την ανάγκη της, υπάρχουν τρόποι να την ικανοποιήσουμε.
Πέρα από τις μεγάλες ανάγκες των φροντιστών, υπάρχει και η ανάγκη τους για μια μικρή ανάπαυλα. Η φροντίδα ορισμένων περιπτώσεων (π.χ. αλτσχάιμερ) δεν έχει χρονικά όρια, δεν έχει αρχή και τέλος. Ο φροντιστής δεν παίρνει ανάσα, εγκαταλείπει υποχρεώσεις για άλλα πρόσωπα της οικογένειας – και φορτώνεται με πρόσθετη ενοχή για αυτό. Οι οικείοι αυτών των ασθενών είναι αφοσιωμένοι στη φροντίδα του αρρώστου τους, θέλουν να είναι εκεί και να τον φροντίζουν. Έχουν ανάγκη όμως μια ανάπαυλα, να πάρουν μια ανάσα, για να πάνε ένα σινεμά ή ολιγοήμερες διακοπές. Υπάρχουν δοκιμασμένοι τρόποι να τους προσφέρουμε αυτή την ανάσα, είτε, στην περίπτωση ολιγόωρης εξόδου, με τη συνδρομή τρίτου ανθρώπου (βοηθός του βοηθού), είτε, στην περίπτωση ολιγοήμερων διακοπών, με ένα δίκτυο ειδικών κέντρων ή και ξενοδοχείων.
Το ζήτημα της υποστήριξης των φροντιστών συζητιέται σε όλες τις δυτικές χώρες και σε ορισμένες παίρνει και θεσμική μορφή. Αναφέραμε ενδεικτικά τέσσερις ανάγκες τους (για οικονομική ενίσχυση, ενημέρωση, ιατρική και ψυχολογική υποστήριξη, ανάπαυλα), για να δείξουμε πως, όταν η διάρκεια της φροντίδας είναι μεγάλη ή και ισόβια, τότε πλάι στους συγγενείς και την αγάπη τους χρειάζεται οπωσδήποτε ο τρίτος, δηλαδή ο θεσμός.

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

«Ἡ κατάργηση τῶν τόνων καί τῶν πνευμάτων εἶναι ἡ κατάργηση τῆς ὀρθογραφίας, πού εἶναι τελικά ἡ κατάργηση τῆς συνέχειας»

«… Ἄν δέν θέλετε, κύριοι τοῦ ὑπουργείου, νά κάνετε φωνητική ὀρθογραφία, τότε πρέπει νά ἀφήσετε τούς τόνους καί τά πνεύματα, γιατί αὐτοί πού τούς βάλανε ξέρανε τί κάνανε.
Δέν ὑπῆρχαν στά ἀρχαῖα ἑλληνικά, γιατί ἀπλούστατα ὑπῆρχαν μέσα στίς ἵδιες τίς λέξεις. Αὐτοί, οἱ Κριαρᾶς καί οἱ ἄλλοι, τά κτήνη τά τετράποδα πού ἔκαναν αὐτές τίς μεταρρυθμίσεις -αὐτό παρακαλῶ νά γραφεῖ στίς ἐφημερίδες δέν ξέρουν τί εἶναι γλῶσσα.
Δέν ξέρουν αὐτό πού γνώριζε ἡ κόρη μου στά τρία της χρόνια. Μάθαινε μία λέξη καί μετά έψαχνε γιά τίς συγγενεῖς της. Αὐτό εἶναι μὶα γλῶσσα. Ἕνα μάγμα, ἕνα πλέγμα ὅπου οἱ λέξεις παράγονται οἱ μέν ἀπό τίς δέ, ὅπου οἱ σημασίες γλιστρᾶνε ἀπό τή μία στήν ἄλλη, εἶναι μία ὀργανική ἐνότητα ἀπό τήν ὀποία δέν μπορεῖς νά βγάλεις καί νά κολλήσεις πράγματα, δυνάμει μίας ψευτοκυβερνήσεως, καθισμένος σ’ ἕνα γραφεῖο στό ὑπουργεῖο Παιδείας.
Ἡ κατάργηση τῶν τόνων καί τῶν πνευμάτων εἶναι ἡ κατάργηση τῆς ὀρθογραφίας, πού εἶναι τελικά ἡ κατάργηση τῆς συνέχειας. Ἤδη, τά παιδιά δέν μποροῦν νά καταλάβουν Καβάφη, Σεφέρη, Ἐλύτη, γιατί αὐτοί εἶναι γεμάτοι ἀπό τόν πλοῦτο τῶν ἀρχαίων Ἑλληνικῶν. Δηλαδή, πᾶμε νά καταστρέψουμε ὅ,τι κτίσαμε. Αὐτή εἶναι ἡ δραματική μοῖρα τοῦ σύγχρονου Ἑλληνισμοῦ».

Βόλος, 16/02/1989


09 Φεβρουαρίου: Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας

Ο αξέχαστος Μανόλης Ανδρόνικος, στις 11 Νοεμβρίου 1983, σ’ ένα άρθρο του δημοσιευμένο στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, με τίτλο: «Γλωσσική αφασία», κάνοντας λόγο για την αρχαιολόγο Σέμνη Καρούζου, σύντροφο του επίσης μεγάλου αρχαιολόγου και ακαδημαϊκού Χρήστου Καρούζου, έγραφε ότι η αείμνηστη Καρούζου, προτού αρχίσει το γράψιμο μιας αρχαιολογικής μελέτης «φρεσκάριζε» το γλωσσικό της αισθητήριο διαβάζοντας καλούς πεζογράφους. Για τον Μανόλη Ανδρόνικο «η γλώσσα, από την εποχή του Σολωμού ως τα πρόσφατα χρόνια του Σεφέρη, ήταν ο καημός και η λαχτάρα των πνευματικών ανθρώπων αυτού του τόπου. Το γλωσσικό μας ζήτημα στάθηκε το κέντρο ενός μακρόχρονου, σκληρού και ουσιαστικού αγώνα όχι για τον τύπο μιας λέξης αλλά για την ουσία της νεοελληνικής παιδείας». 
Καυτηριάζοντας τη σημερινή γλωσσική αφασία των Ελλήνων γράφει και τα εξής εκπληκτικά: «Πολλοί προοδευτικοί νεανίσκοι και χειραφετημένες νεανίδες εννοούν να αυθαιρετούν ακατάσχετα, πιστεύοντας πως, όσο πιο πολύ απομακρύνονται από τους τύπους της παλαιάς καθαρεύουσας, τόσο πιο δημοτικιστές και πιο λαϊκοί γίνονται. Δείγματος χάρη αναφέρω την κακοποίηση της γενικής: “Του συμβούλιου”, “του Πανεπιστήμιου”, “του άνθρωπου” είναι μια κακοτονισμένη μορφή των ουσιαστικών που τείνει να γίνει κανόνας, προπάντων από πολλούς εκφωνητές του ραδιοφώνου (ή και “ραδιόφωνου”) και της τηλεόρασης […] Φοβούμαι πως όλα αυτά τα φαινόμενα είναι αποτέλεσμα της αμορφωσιάς μας, της προχειρότητας, της ανευθυνότητας και της τσαπατσουλιάς μας. Η γλώσσα ενός λαού αποτελεί το πιο πολύτιμο πολιτιστικό του στοιχείο και η προστασία της είναι πολύ πιο σημαντική από όλες τις πολιτιστικές εκδηλώσεις που ανέλαβαν οι Νεοέλληνες απ’ άκρου εις άκρον της ελληνικής γης».


ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ. (1994). «Γλωσσική αφασία», στο: Ελληνική Κιβωτός. Αθήνα: Καστανιώτη, σσ. 55, 56, 57.

«Όταν ο λαός δεν θα έχει τίποτα άλλο να φάει, θα φάει τους πλούσιους»

Του ΘΕΜΗ ΤΖΗΜΑ

Ο Ζαν - Ζακ Ρουσσώ κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης: «Όταν ο λαός δεν θα έχει τίποτα άλλο να φάει, θα φάει τους πλούσιους». Το συγκρότημα Ten Years After ενέταξε αυτόν τον στίχο στο τραγούδι του «I ‘d love to change the World”, ένα κατά τα λοιπά μάλλον ηττοπαθές τραγούδι.
Προς το παρόν και ενώ όπως ο Έπσταϊν συζητούσε με τους κολλητούς του, τύποι σαν τον Jay Z (η κοινωνία του θεάματος) μας κρατούν υπνωτισμένους ή ενόσω περσόνες και σελέμπριτις μας πείθουν ότι η μεγάλη σύγκρουση συνίσταται στο αν τα φύλα είναι 2 ή 82, οι πλούσιοι τρώνε εμάς και μάλιστα ενίοτε κυριολεκτικώς, όπως αποδεικνύουν τα μισά από τα αρχεία Έπσταϊν τα οποία βλέπουμε.
Κάποια βασικά συμπεράσματα τα οποία θα πρέπει κάθε μέρα να επαναλαμβάνουμε γιατί είναι πολύ δύσκολο με τόσων ετών προπαγάνδα να τα πιστέψουμε ακόμα και όταν οι ίδιοι τα ομολογούν: Οι συνωμοσίες υπάρχουν και είναι μάλλον πιο τερατώδεις από τις θεωρίες συνωμοσίας.
Στις περισσότερες συνωμοσίες (αν όχι σε όλες) εμπλέκονται οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και ακολουθούν το ΗΒ και ορισμένα ακόμα κράτη της Δύσης όπως και σύμμαχοί τους.
Τον πλανήτη (θέλει να) τον διοικεί ένα πολύ στενό κατεστημένο, μικρότερο στην πραγματικότητα του 0,1%, το οποίο απαρτίζεται από παραδοσιακές οικογένειες, κορυφαία πολιτικά πρόσωπα, υπερπλουσίους, διαμορφωτές κοινής γνώμη, επιφανείς οργανικούς διανοουμένους και διαχειριστές κεφαλαίων.
Αυτό το κατεστημένο είναι αδιανόητα σάπιο και εγκληματικό (βιασμοί, δολοφονίες, παιδική κακοποίηση, νομότυπες και παράνομες απάτες, λεηλασία, κανιβαλισμός, αποκρυφιστικές τελετές, ρατσισμός, ευγονική, αντί-ανθρωπιστική χρήση της τεχνολογίας, παρακολουθήσεις σε τεράστια κλίμακα, πρόκληση πολέμων, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας κλπ.). Ας φανταστούμε το πλέον απεχθές έγκλημα και μας έχουν ξεπεράσει.
Αυτό το κατεστημένο δεν λογοδοτεί, δεν περιορίζεται από καμία νομιμότητα. Η νομιμότητα (η αστική, πολυθρύλητη νομιμότητα) υπάρχει σε κυμαινόμενο βαθμό για όλους εμάς τους υπολοίπους. Για όσες και όσους υπηρετούν αυτό το κατεστημένο, υπάρχει σε περιορισμένο βαθμό. Για όσες και όσους το αντιστρατεύονται υπάρχει εν δυνάμει εξόντωση πολλών τύπων. Αλλά για το κατεστημένο, δεν υπάρχει το παραμικρό. Μπορούν οι αρχές των ΗΠΑ να δηλώνουν ευθαρσώς ότι κανείς από τους εμπλεκομένους στην υπόθεση Έπσταϊν δε θα διωχθεί. Μπορεί να προκύπτει ότι μια σειρά προέδρων τους ελέγχονται από ξένες δυνάμεις (βλ. Ισραήλ) και να μην ανοίγει ρουθούνι. Οι ΗΠΑ και η «Δύση» είναι το βασίλειο της διαφθοράς του κατεστημένου το οποίο βρίσκεται πάνω από τη νομιμότητα και πάνω από τα κράτη τα ίδια.
Όλη η συζήτηση περί Δημοκρατίας στη «Δύση» είναι ένα σόου. Με μαρξικούς όρους έχουμε ένα υβρίδιο αστικής δικτατορίας με εκλογές οι οποίες είναι πολλαπλώς προκαθορισμένες και αν κάτι ξεφύγει, καταστελλόμενες και αναστελλόμενες. Αν το θέσουμε με πιο τρέχοντες όρους μιλάμε για την δικτατορία ενός κατεστημένου το οποίο προσφέρει δευτερεύουσες διεξόδους, συμπεριλαμβανομένων των εκλογών, όσο οι τελευταίες δεν απειλούν τα συμφέροντά τους.
Σε αυτό το πλαίσιο, από το εν λόγω κατεστημένο με τη συμμετοχή του εγχωρίου κατεστημένου και εμείς ως λαός, ληστευθήκαμε και δυστυχήσαμε. Οι ζωές μας χάνονται μέσα στη μιζέρια γιατί με κομβικό κρίκο τα μνημόνια γινόμαστε οικόπεδο των ΗΠΑ, του Ισραήλ, δευτερευόντως της Γερμανίας και της Ε.Ε., προκειμένου να κερδοσκοπούν οι τράπεζές τους, οι καλύτεροι πελάτες των τραπεζών τους, να διευκολύνουμε τα διεθνοπολιτικά τους συμφέροντα κόντρα στα δικαιώματα ημών των ιδίων και να κερδίζει στα καθ’ ημάς ένας συνδυασμός ντόπιου και ξένου κεφαλαίου. Η δικιά τους δύναμη είναι η δική μας δυστυχία. Αυτός είναι ο συσχετισμός.
Η συζήτηση περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δικαιωμάτων των γυναικών των ΛΟΑΤΚΙ, δικαιοσύνης κ.λπ., όποτε δεν θέτει ως κυρίαρχο την ανατροπή του καπιταλισμού, του κατεστημένου εντός αυτού, την ήττα του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ και του Ισραήλ αποτελεί ψέμα και προπαγάνδα. Δεν υπάρχει περιθώριο για αφελείς πλέον και μετά από όλα αυτά.
Ζούμε μέσα σε ένα περιβάλλον ΣΑΛΟ του Παζολίνι. Απόλυτης διαφθοράς. Το ίδιο το κατεστημένο δεν επιτρέπει καμία «ομαλή», «μεταρρυθμιστική» εξέλιξή του. Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο «ησυχίας» και ανοχής. Είναι απολύτως αναγκαία η διεκδίκηση άλλου οικονομικού, κοινωνικού, διεθνούς και πολιτικού μοντέλου, δηλαδή με άλλα λόγια είναι απολύτως αναγκαία η ανατροπή αυτού του κατεστημένου και η επανάσταση. Ο Ρουσσώ τα είπε σωστά αλλά εδώ υπάρχει κάτι ακόμα αμεσότερο: αν δεν φάμε εμείς τον πολύ μεγάλο πλούτο και το κατεστημένο του δεν θα σταματήσει ποτέ να μας τρώει εκείνος όπως ήδη κάνει.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Το ρολόι της χαραυγής τραγουδάει


ΠΗΓΗ: touchmusic33

«Χαράζει. Το ρολόι τραγουδά.
Ο κόσμος σωπαίνει, αδειανός.
Υπνοβάτης σηκώνεσαι
και κοιτάζεις δεν ξέρω ποιους ίσκιους
πίσω απ’ τον ίσκιο σου: τίποτα.
Απ’ τη νύχτα βγαλμένη
είσαι ένα λευκό κλαδί».

ΟΚΤΑΒΙΟ ΠΑΖ