Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Θα πέσει η νύχτα

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Το βιβλίο του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, Θα πέσει η νύχτα, (εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2025), έρχεται σε μια στιγμή που η πατρίδα μας βρίσκεται στην πιο κρίσιμη στιγμή της σύγχρονης ιστορίας της. Σκανδαλώδης πολιτικός - κοινωνικός βίος και εκπαίδευση σε παρακμιακή μορφή είναι κομμάτια που συνθέτουν ένα παζλ όπου ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος Λευτέρης Διαμαντόπουλος, στο Θεσσαλικό κάμπο στήνει τη δική του βιομηχανική αυτοκρατορία κληρονομημένη από τον πατέρα του. Αν και στόχος του είναι να πολλαπλασιάσει τον πλούτο του, σε ένα κλίμα τραγικών ανισοτήτων, φαίνεται παράξενο που διαβάζει Παναγιώτη Κονδύλη, την πιο σημαντική και διεθνώς αναγνωρισμένη μορφή του ελληνικού φιλοσοφικού λόγου των τελευταίων δεκαετιών. Ο Τζαμιώτης μεταφέρει αυτολεξεί απόσπασμα από το βιβλίο του Κονδύλη, Ισχύς και Απόφαση: «Ο εχθρός είναι λοιπόν το πεπρωμένο, δηλαδή καθορίζει αρνητικά εκείνον ο οποίος παίρνει την απόφασή του σε αναφορά μ’ αυτόν· γιατί η απόφαση πρέπει να επιδιώκει και να ενσαρκώνει το αντίθετο όσων εκπροσωπεί ο εχθρός. Οι εχθροί, να ένα αναγκαίο κακό για να μάθει κανείς αν ανήκει στο φως ή στο έρεβος» (σσ. 66-67).


Πρωτομαγιά σήμερα. Και τα γραφόμενα του Τζαμιώτη ενάντια στην εξουσία και στον εχθρό (εγχώριο και ξένο) της πολύπαθης πατρίδας μας, είναι επίκαιρα: «Οπότε ο ομορφότερος άντρας του κόσμου που έτυχε να συναντήσει από κοντά, συνέχισε στον ίδιο μελαγχολικό τόνο: Δεν είχε να κάνει μόνο μ’ αυτή εδώ τη γωνιά. Το είπε και εκείνη πριν, παντού τα ίδια συνέβαιναν. Άφηνε απέξω την Αφρική, τεράστια κομμάτια της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής, όχι δεν τον ενδιέφεραν αλλά γιατί ήταν φανερό πως οι άνθρωποι εκεί πάλευαν ακόμα με τα φαντάσματα της αποικιοκρατίας και θα τους έπαιρνε καιρό να πάψουν να είναι εξαρτημένοι και να σταθούν στα πόδια τους. Αυτός μιλούσε για τα δικά τους. Τώρα πια τα σκατά είχαν φτάσει έξω από την πόρτα τους. Οι μισές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αποτελούνταν από καλοντυμένους μαφιόζους, κανονικές συμμορίες με στρατιές καλοπληρωμένων διανοουμένων στο πλευρό τους που εφεύρισκαν και διέδιδαν ευκολοχώνευτους για τις μάζες όρους, πίσω από τους οποίους κρύβονταν η βρομιά όλου του κόσμου. Όσο η κατάσταση θα ξέφευγε από οποιονδήποτε έλεγχο, οι φασίστες θα επέστρεφαν, θα άρχιζαν πάλι τα μεγάλα ψέματα, θα γίνονταν ακόμα μια φορά πιστευτοί αφού ως επαγγελματίες απατεώνες είναι ιδιοφυΐες στο να πείθουν πως διαθέτουν λύση για κάθε πρόβλημα, θα έφερναν τον πόλεμο γιατί αυτή είναι η φύση τους, και εκατομμύρια εκατομμυρίων εφησυχασμένων ηλιθίων θα έκλαιγαν τα παιδιά τους όταν θα τους τα επέστρεφαν από τα μέτωπα σε σφραγισμένα φέρετρα. Τίποτα καινούργιο λοιπόν» (σσ. 125-126).
Και του χρόνου, φίλες και φίλοι αναγνώστες. Χρόνια Πολλά, με πολλά λουλούδια στην αγκαλιά μας!